Μηνιαία αρχεία: Ιουνίου 2008

“Η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό. Όσο περισσότερη έχεις, τόσο λιγότερο ενήμερος είσαι για το πώς επηρεάζει αρνητικά τους άλλους.

Θυμήσου έναν αυστηρό δάσκαλο που σε τρομοκρατούσε όταν ήσουν παιδί. Μερικοί δάσκαλοι είναι ενήμεροι της ισχύος τους και χρησιμοποιούν τη δύναμή τους απέναντι στα παιδιά θετικά. Άλλοι την αγνοούν. Όταν πειθαρχούν τα παιδιά, τα τρομοκρατούν δίχως να τους διδάσκουν το παραμικρό. Ο τρόπος που χρησιμοποιούν την ισχύ τους, τους κάνει άχαρους και απρόσιτους.

Όλοι διαθέτουμε κάποια μορφή ισχύος. Η συμπεριφορά μας υποδεικνύει το πόσο συνειδητοί είμαστε αυτής της ισχύος. Όταν χρησιμοποιούμε την ισχύ μας απερίσκεπτα, η επικοινωνία συγχέεται και αναπτύσσονται χρόνια προβλήματα στις σκέψεις.

Άνθρωποι με μόρφωση συχνά υποθέτουν πως όσοι είναι λιγότερο μορφωμένοι και έχουν λιγότερη εμπειρία είναι χαζοί και ανώριμοι. Στους ψυχολογικούς και πνευματικούς κύκλους, οι πιο έμπειροι θεωρούν τους αρχάριους ως λιγότερο αναπτυγμένους, αδαείς, αφελείς και μειωμένης αξίας. Η ισχύς μας δεν μας επιτρέπει να διακρίνουμε την αξία των άλλων ανθρώπων.

Σκεφτείτε τους λευκούς στις Δυτικές χώρες. Ξεχνούν την ύπαρξη ανθρώπων μη-λευκών, όχι μόνο λόγω ρατσισμού, αλλά επειδή τα εκπαιδευτικά συστήματα είναι εντελώς ευρωκεντρικά. Παγκοσμίως, εμείς οι άντρες δεν είμαστε συνειδητοί του ότι αναιρούμε τις γυναίκες, με τον ίδιο τρόπο που οι ετεροφυλόφιλοι συμπεριφέρονται σαν οι ομοφυλόφιλοι να είναι αόρατοι. Όσες έχουν καλή υγεία δεν μπορούν να κατανοήσουν τις ανάγκες αυτών που έχουν προβλήματα υγείας. Οι γονείς σκέφτονται ότι τα παιδιά τους περνάνε τις “φάσεις” τους. Ο πολιτισμός, μας διδάσκει και μας καθυποβάλει αυτές τις συμπεριφορές.

Η ισχύς μας, δεν διακρίνεται στον καθρέφτη. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ λεπτής και δυσδιάκριτης ψυχικής κατάστασης. Αν ανήκεις στην πιο ευνοημένη ομάδα της κουλτούρας σου, φαντάζεσαι ότι εσύ είσαι φυσιολογικός και όσοι δεν σου μοιάζουν είναι περιθωριακοί. Αγνοείς το ρόλο που ανήκει στην κοινωνική σου τάξη και απαρνιέσαι τις ασχήμιες του παρελθόντος.

Η ισχύς διακρίνεται με αμέτρητους τρόπους, με το να αισθανόμαστε αυτοπεποίθηση για παράδειγμα. Η υποσυνείδητη επίδραση της ισχύος διαμορφώνει το πώς αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους. Η υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν προέρχεται μόνο από τους δασκάλους μας, την οικογένεια ή την υποκουλτούρα μας. Εφόσον όλες αυτές οι πηγές συνδέονται με το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα, η αίσθησή μας σε ό,τι αφορά την αξία μας και την αξία των άλλων απορρέουν από τον κόσμο ολόκληρο. Η κουλτούρα του κυρίαρχου ρεύματος λειτουργεί συγκεκαλυμένα. Ενσωματώνεται στη σκέψη μας, τα συναισθήματά μας, ακόμη και στα όνειρά μας.

Το να νιώθουμε ασφαλείς και φροντισμένοι είναι ένδειξη ψυχολογικής ισχύος. Μπορεί να αναρωτιέσαι, “μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι με το αίσθημα κατωτερότητας, γιατί είναι τόσο ανασφαλείς;”. Ξεχνάμε εκείνες τις τρομακτικές στιγμές, όπου δεν υπήρχε κανείς να μας φροντίσει, ούτε σύντροφος, ούτε οι φίλοι, ούτε καν οι θεοί.

Η ψυχολογική ισχύς είναι ένα ναρκωτικό που καταστέλει την ενημερότητά μας για τον πόνο των άλλων ανθρώπων και μας ενθαρρύνει να τους υποτιμάμε και να τους βλέπουμε απλά σαν “θύματα”. Μας δίνει την δυνατότητα να φανταζόμαστε ότι είμαστε υπεράνω των προβλημάτων των άλλων ανθρώπων: είμαστε υπεράνω όλων, απόμακροι στα προβλήματα αυτών που μειονεκτούν. Τα εγώ μας, μας απομονώνουν. Ακόμα και εάν έχουμε υποφέρει από την καταπίεση στο παρελθόν, δεν επιδεικνύουμε την παραμικρή προθυμία, προκειμένου να βοηθήσουμε, ώστε να μετριασθεί η καταπίεση στο παρόν. Επιμένουμε, περιμένοντας οι άλλοι να έρθουν στη θέση μας, αντί να προεκτείνουμε τους εαυτούς μας για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε.

Όπως έχω πει, η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό που μας επιτρέπει να νιώθουμε καλά. Ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε υπό την επήρεια του. Όπως η ηρωίνη, χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο για να νιώθουμε καλά. Κλέβουμε από την ευημερία των άλλων και το περιβάλλον, για να υποστηρίζουμε την συνήθειά μας. Στο τέλος, οι άλλοι δεν μπορούν πια να μας ανεχθούν και εξεγείρονται.

Σαν παιδιά υπερβήκαμε την ισχύ και επίσης την υπερβαίνουμε κάθε φορά που βρισκόμαστε κοντά στο θάνατο. Κατά περιόδους βιώνουμε άλλες υπερβατικές και υπερ-ατομικές εμπειρίες. Αυτές μας χαρίζουν πνευματική ισχύ, είναι μια δύναμη ανεξάρτητη από την κουλτούρα, την οικογένεια και τον κόσμο. Χρησιμοποιώντας αυτή τη δύναμη ασυνείδητα, είτε αγνοούμε είτε περιθωριοποιούμε την δυστυχία των άλλων. Οι άνθρωποι που εισέρχονται με ευκολία σε υπερβατικές εμπειρίες ενδέχεται να γίνουν ελιτιστές. Είναι εύκολο να ξεχνούμε την ύπαρξη ισχύος μέσα στα πλαίσια των θρησκευτικών δογμάτων και των πνευματικών πρακτικών. Νομίζουμε ότι ακολουθούμε τον δρόμο της αγάπης. Σε πολλές θρησκείες η ειρήνη αξιολογείται τόσο θετικά, ώστε οι πιστοί της ενδέχεται να αγνοούν τις συγκρούσεις που προκαλούνται κάθε φορά που επικρατεί η άποψη ότι οι άλλοι είναι λιγότερο πνευματικοί.

Ο στόχος της Δουλειάς με τον κόσμο δεν είναι η υπέρβαση της ισχύος, αλλά η παρατήρηση και η επικοδομητική χρήση της.”

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Arnold Mindell  Μέσα στην φωτιά, εκδόσεις Γραφές 2002) 

Το μονοπάτι του Απόλλωνα

Ήξερα αυτό που είχε πει ο θεός.

Κάλυψα τα μάτια μου με τα χέρια μου.

Όμως, υπάρχουν πράγματα που κάνουμε όχι για χάρη των θεών

αλλά για άλλους ανθρώπους…

Στην θέα της ματιάς του βρέφους

ένιωσα καθηλωμένος, επιλεγμένος, μαγεμένος.

Γνώριζα αυτό που είχε πει το μαντείο.

Και έσωσα το παιδί.

 

Gjertrud Schnackenberg, The Throne of Labdacus 

Ο βοσκός, σώζει τον Οιδίποδα και επιλέγει τι είναι καλό για την παρούσα στιγμή, ενάντια στις φρίκες μιας παρελθούσας υπόσχεσης ή μιας μέλλουσας πιθανότητας.

Κατηγορούμε τον Οιδίποδα ή τους θεούς, επειδή πρέπει να κατηγορήσουμε κάποιον, επειδή δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την ιδέα ενός κόσμου τόσο ολοκληρωτικά αφοσιωμένου στον κανόνα του αποκαμωτικού τυχαίου συμβάντος, στην απλή “συσσώρευση συνεπειών και επιπτώσεων”. Μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα της τύχης σε κάθε είδους πράγματα, μεγάλα και μικρά, όμως εδώ, όπου αυτά που συσσωρεύονται είναι φόνος, αιμομιξία, τύφλωση και αυτοκτονία, χρειαζόμαστε μία ιστορία, και αν όλα είναι ένα ατύχημα, αν κανείς δεν παραδέχεται ότι είχε την πρόθεση να κάνει οτιδήποτε, τότε απλώς δεν υπάρχει ιστορία. Κι ωστόσο, η απόδοση κατηγορίας δεν δείχνει να είναι η σωστή ιστορία. Και πεπρωμένο και θυσία και τιμωρία ανήκουν σε έναν κόσμο, όπου οι χάρτες είναι πιο ξεκάθαροι και οι προθέσεις μπορούν να συνδεθούν σταθερά με τις πράξεις. “Ποια είναι τα πράγματα αυτά”, ρωτά η Schnackenberg,

Ποια είναι τα πράγματα αυτά, που μήτε οι θεοί δεν μπορούν να διορθώσουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι θεοί, που τέτοια πράγματα δεν μπορούν να διορθώσουν;

Μέσα σε αυτό το νοηματικό πλαίσιο, η διάσωση ενός παιδιού και ο ισχυρισμός ότι σώθηκε το παιδί, η προθυμία αποδοχής της πράξης και της λεκτικής επανάληψής της, θα μπορούσε να είναι η μία και μόνη σαφής και αναμφίλεκτη χειρονομία στην όλη ιστορία, και ούτε η φρικαλέα πλοκή ούτε ο χλευασμός του θεού μπορούν να θολώσουν την ηθική διαύγεια της επιλογής του βοσκού, ο οποίος υποκύπτει σε αυτό που ο Μπρεχτ, αναφερόμενος στον γλιτωμό ενός άλλου παιδιού, ονόμασε ως “τον τρομερό πειρασμό της καλοσύνης”

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Michael Wood Ο Δρόμος για τους Δελφούς, εκδόσεις Κέδρος, 2006)