Λίγο πριν ξεσπάσει ο Χειμώνας, υποδέχομαι στο σπίτι, παρέα με ένα μπουκάλι Κελλάρια Νικηφόρου, το φάντασμα του Tom, για να κουβεντιάσουμε τον κόσμο, τις εμμονές, τα αδιέξοδα και τον πάτο του ποτηριού, μπροστά από την ηλεκτρική αντίσταση της μικρής στρογγυλής μου σόμπας.
Γνωριστήκαμε πριν από 28 χρόνια, όταν σιγοτραγουδούσε από το μονοφωνικό ραδιόφωνο στη σοφίτα, το Blue Valentine, ντυμένος με γλυκόπικρα κιθαριστικά αρπίσματα και μπόλικο καπνό και ουίσκι. Οι ιστορίες του με τραβούσαν σε μοναχικούς περιπάτους, οι οποίοι κατέληγαν, αναπόφευκτα, σε κάποια γυναικεία φιγούρα να αναδύεται ανάμεσα στα παγάκια και τη ξινή φέτα λεμονιού και το ξύλο από τη μπάρα, αρκετά αργά για να θυμάμαι αλλά όχι για να ξεχάσω.
Πλέον είμαστε αρκετά μακρυά και μιλάμε σπάνια, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως σήμερα, μετά την εφημερία που κουβαλάω τη μυρωδιά και τους ιδρώτες άλλων ανθρώπων, ο ύπνος σε άβολο κρεβάτι και το μάτι μισάνοιχτο στο ρολόι, σαν υπενθύμιση του απαράβατου κανόνα του you win some, you lose some, όλα αυτά και άλλα, καθώς του γεμίζω το ποτήρι για να τον ευχαριστήσω που μου γνώρισε την Αλίκη, όχι κάποια τρυφερή ύπαρξη από τη Λευκορωσία, αλλά η μνήμη του απαγορευμένου, η απόλαυση της ήττας και η ακαταμάχητη γοητεία της απόλυτης παράδοσης.
And so a secret kiss
Brings madness with the bliss
And I will think of this
When I’m dead in my grave
Set me adrift and I’m lost over there
And I must be insane
To go skating on your name
And by tracing it twice
I fell through the ice
Of Alice
There’s only Alice
Ένα μικρό διαμάντι.