Θυμάμαι
περπατούσα ένα βροχερό μεσημέρι, μετά το διάλειμμα, για την τάξη -Α΄ Γυμνασίου, κάπου 30 χρόνια πριν- όταν κάποιος που ερχόταν πίσω μου είπε: «ρε Δημήτρη, τι είναι αυτές οι τρίχες στο γιακά από το παλτό σου;» Κοιτώντας το μαύρο γιακά του Montgomery, διαπίστωσα ότι είναι γεμάτος ξανθές τρίχες και πάγωσα. Άρπαξα με το χέρι μια τούφα από τα μαλλιά, τα τράβηξα και έμειναν όλα ανάμεσα στα δάκτυλά μου. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις, πραγματικά, ότι κάτι δεν πάει καλά.
Αργότερα, στο σπίτι, θα ξεκινούσε ο ανήφορος των ατελείωτων επισκέψεων σε γιατρούς εντός και εκτός Ελλάδας, που θα κρατούσε για μία εξαετία, όταν και θα αποφάσιζα ότι δεν έχει νόημα να συνεχίζω στο μονοπάτι της θεραπείας.
Και ποιας θεραπείας, άλλωστε;
Πρώτη και καλύτερη η κορτιζόνη μαζί με valium (13 χρονών, τότε, και βασική αιτία για τη νόσο θεωρείτο το άγχος). Σύντομα τη διέκοψα, για να πάμε σε πιο παραδοσιακές μορφές αντιμετώπισης: χωριανός από την Πτολεμαϊδα, με πολυετή εμπειρία στην θεραπεία παρόμοιων περιπτώσεων (…) ήρθε ένα απόγευμα στο σπίτι, άνοιξε τη τσάντα του, έβγαλε από μέσα ένα ξυράφι, κάτι κρεμμύδια και διάφορα άλλα προϊόντα, τα οποία ανακάτεψε σε ένα γουδί, πήρε το ξυραφάκι και έκανε μικρές χαραγματιές στο άδειο από τρίχες, πλέον, κρανίο, έβαλε οινόπνευμα από επάνω, για να μην μολυνθεί (…) και μετά άπλωσε την πηχτή πάστα που είχε φτιάξει (η οποία μύριζε ελαφρώς κρεμμύδι) και μας τόνισε ότι πρέπει να μείνω με αυτό το πράγμα στο κεφάλι τουλάχιστον για ένα πεντάωρο.
Κατόπιν, και καθώς η ελληνική επικράτεια δε προσέφερε πλέον σοβαρές εναλλακτικές λύσεις για την περίπτωσή μου, στραφήκαμε στο εξωτερικό. Πρώτα στο Στρασβούργο -πρωτοπόρα τεχνική όπου εάν δεν καταστραφεί ο ιστός (το δέρμα δηλαδή), τότε σίγουρα θα φυτρώσουν τρίχες- και μετά στην όμορφη Σόφια, όπου πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικός αριθμός επισκέψεων, με την κατάθεση ανάλογης ποσότητας συναλλάγματος αντιστρόφως ανάλογης με τα αποτελέσματα στο τριχωτό της κεφαλής. Τέλος, και καθώς η εφηβεία μου έπαιρνε την άγουσα για τα αποδυτήρια, στράφηκα σε πιο ορθόδοξες λύσεις, εδώ στην Αθήνα, όπου για λίγο κάτι φάνηκε να κινείται: λίγες τρίχες στα φρύδια, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, στο βραχίονα… Και αυτό ήταν. Γρήγορα όλα ήταν όπως πριν -όπως πάντα- και χρειάστηκε να διαχειριστώ επιπλέον την ήττα της αποτυχημένης θεραπείας. Για άλλη μια φορά.
Ναι.
Θυμάμαι
επίσης την αγωνία της οικογένειάς μου -κάθε φορά που περιμέναμε στον προθάλαμο κάποιου ιατρείου ή όταν γυρνούσα σιωπηλός στο σπίτι και κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου, ελάχιστες επαφές και αυτές μέσα στην απόσυρση και τον θυμό- τη δυσκολία να διαχειριστούν το φόβο, την απογοήτευση και τις ενοχές και όλα αυτά καθώς η ζωή κυλούσε απαιτώντας συνέπεια στην εργασία, στις σχέσεις και στην τήρηση υποσχέσεων και δεσμεύσεων παντός είδους και σπουδαιότητας. Νομίζω ότι τα κατάφεραν καλά, δεδομένων των συνθηκών.
Και μετά
Θυμάμαι
τους φίλους. Εάν και η μεγαλύτερη αγωνία μου έως τα είκοσι, ήταν το γεγονός να μη πέσει, από το κεφάλι, η περούκα που φορούσα διαρκώς εκτός σπιτιού -και στο σπίτι, φυσικά, όταν έρχονταν ξένοι ή συγγενείς δευτέρου βαθμού- με τους φίλους φαινόταν να μη με νοιάζει τίποτα: ποδόσφαιρο και μπάσκετ, χαβαλές, τσιγάρο και πολλή μουσική. Ένας σταθερός κύκλος ανθρώπων (ο Χρήστος, ο Αντρέας, ο άλλος Χρήστος, ο Άρης, οι φιλίες του καλοκαιριού και πάει λέγοντας) που δρούσε προστατευτικά γύρω μου, σαν ένα αόρατο, μεταξένιο ρούχο, που με κρατούσε ζεστό όταν χρειαζόταν και με δρόσιζε όταν υπήρχε ανάγκη. Και, φυσικά, οι πρώτες αγάπες, αγκαλιές σε παρκάκια, φιλιά στη γωνία, άγουρα σώματα που ζητούσαν τρυφερότητα και επιβεβαίωση.
Ακόμη
Θυμάμαι
τα πλαϊνά βλέμματα στο λεωφορείο, τότε και αργότερα, όταν έβγαλα τη περούκα, και το γυμνό κεφάλι μαγνήτιζε τις ματιές των ανθρώπων και υποχρέωνε τα μικρά παιδιά σε παρατηρήσεις του τύπου: μαμά, γιατί αυτός ο κύριος δεν έχει μαλλιά; Τα πνιχτά γέλια, καθώς περνούσα δίπλα από παρέες νέων στο δρόμο και η βουβαμάρα, που μερικές φορές έπεφτε στο δωμάτιο, όταν με συναντούσε κάποιος για πρώτη φορά. Τότε, βέβαια, οι άνθρωποι ήταν περήφανοι για τους διαφορετικούς τρόπους χτενίσματος που μπορούσαν να κάνουν και το καραφλό κεφάλι ήταν, ακόμη, μία εκτροπή και ιδιαιτερότητα. Τα πράγματα, βέβαια, άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου… Ξεκίνησα το Πανεπιστήμιο φορώντας περούκα και στο δεύτερο έτος την είχα βγάλει. Η ανακούφιση -συνυφασμένη με λίγη περιέργεια και θαυμασμό, είναι αλήθεια- συμφοιτητών και δασκάλων ήταν εμφανής στα πρόσωπά τους, με άμεση επίδραση και στην δική μου αγωνία, που εκμηδενίστηκε ταχύτατα.
Όμως, όλα αυτά είναι μνήμες.
Bits & pieces, θραύσματα γεγονότων, ένας φτιαχτός κόσμος, στον οποίο ζω και, όποτε μου το ζητάνε, τον εκθέτω -σε δόσεις, βεβαίως βεβαίως- έτσι ώστε να γίνω γνώριμος, οικείος, κατανοητός, αποδεκτός, ενσωματωμένος, κάπως, τέλος πάντων, ώστε εσύ να καταφέρεις να φτιάξεις όποια σχέση μπορεί να χρειάζεται, μαζί μου. Και, προφανώς, είναι ένας φανταστικός κόσμος γεμάτος βιαστικά συμπεράσματα, λανθασμένες παρατηρήσεις, επικαλύψεις και φτιασιδώματα, μυθικές φιγούρες και Βατερλό, αξέχαστα (;) στιγμιότυπα και ηθελημένες αμνησίες
+
την πάροδο του χρόνου, που στρογγυλεύει τα πάντα, όπως ο αέρας της θάλασσας τα οξύαιχμα βράχια, και χαρίζει ευχάριστο ύπνο, με ολίγη από αυταρέσκεια.
Η καθολική αλωπεκία, όπως θα έχετε διαβάσει στο πρώτο μέρος, είναι μία κατάσταση του σώματος, η οποία επηρεάζει διάφορα όργανα, κυρίως όμως τις τρίχες, οι οποίες σταματούν να φυτρώνουν και όταν φυτρώνουν, είναι αδύναμες και εγκαταλείπουν το σώμα γοργά. Εννοείται ότι δεν απειλείται η ζωή, δεν υφίσταται θέμα αναπηρίας (βάδιση, όραση κλπ) και, διάολε, μπορεί να είσαι και στη μόδα, για όσο καιρό κρατήσει αυτή η σαχλαμάρα που λέγεται μόδα… Βρίσκεται, μάλλον, στα σύνορα υγείας και αρρώστιας, τουλάχιστον όπως έχουμε συνηθίσει να ορίζουμε τα πράματα, και λιγότερο στο πεδίο των χρόνιων νοσημάτων, που απαιτούν διαρκή φροντίδα και προσοχή. Ναι, επιβαρύνει την οικογένεια, ναι ρίχνει αυτό που ονομάζουμε ψυχική διάθεση του ατόμου και, βέβαια, αποτελεί αναμέτρηση με στερεότυπα και αναπαραστάσεις, σε σχέση με την εμφάνιση και άλλα ωραία, των ανθρώπων.
Αλλά εδώ μιλάμε για μένα. Ή μάλλον, εγώ μπορώ να μιλήσω μόνο για αυτό που αντιλαμβάνομαι. Έτσι, είναι κάποιος καιρός τώρα, που νιώθω ότι από εκείνη τη πρώτη ημέρα στο σχολείο έως και πολύ πρόσφατα, η ύπαρξή μου καλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα πάγου. Ένα παγωμένο ρούχο, που αγγίζει όλο το σώμα, αφήνει την καρδιά να αναπνέει, αλλά δεν επιτρέπει πολλά πολλά με το περιβάλλον. Δεν υπάρχουν μυστικά, κάποιος άγνωστος εσωτερικός κόσμος, ένα ευαίσθητο πλάσμα κρυμμένο πίσω από μία μάσκα ή έναν ρόλο. Απλώς, μία κρούστα παγωμένου υγρού, επιτρέπει να αντικρίζω τον κόσμο ασφαλώς, από μικρή απόσταση, γλιτώνοντας δυσάρεστες συνευρέσεις, μη φθάνοντας όμως, ποτέ, στον πυρήνα των πραγμάτων. Που δεν είναι άλλος από την ειλικρινή και άνευ όρων συνύπαρξη. Και νιώθω, ότι όλα τα χρόνια θέλω να λιώσει αυτό το ρούχο, να είμαι ολόκληρος, αληθινός και αυθεντικός. Αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ να είμαι πλήρης, γιατί ένα κομμάτι από το σώμα μου, λείπει. Έτσι αντιλαμβάνομαι ότι έχουν τα πράματα. Και τότε θυμάμαι, ξανά, όλα όσα αφηγήθηκα πριν, όμως μοιάζουν λιγάκι διαφορετικά τώρα.
Η τούφα στα δάχτυλα, μυρίζει φόβο. Οι επισκέψεις στους γιατρούς θρήνο, καθώς κανείς ποτέ δε ρώτησε και είπε τίποτε ουσιαστικό και αληθινό. Η οικογένεια, ένα σύστημα σε κρίση, που προσπαθεί να ισορροπήσει δίχως βοήθεια και γνώση. Οι φίλοι σωπαίνουν, αποφεύγοντας να ξεστομίσουν απαγορευμένες λέξεις που θα πληγώσουν ή θα με φέρουν σε δύσκολη θέση. Ο έρωτας, πρέπει να είναι ψυχοθεραπεία. Οι άνθρωποι φοβούνται να με κοιτάξουν στα μάτια γιατί δεν καταλαβαίνουν ή γιατί τρομάζουν στη σκέψη ότι μπορεί να συμβεί κάτι παρόμοιο και σε αυτούς (είναι χαρακτηριστική η κίνηση, των περισσότερων, να χαϊδεύουν ασυναίσθητα τα μαλλιά τους, λίγο μετά που με έχουν κοιτάξει). Και, φυσικά, μόνο τα παιδιά λένε την αλήθεια. Όσο, ακόμη, το μυαλό τους δεν έχει γεμίσει -από τη μαμά, το μπαμπά και τους παππούδες- με τρομακτικές φιγούρες αποτρόπαιων υπάρξεων (μετανάστες, ανάπηροι, μακρυμάλληδες ή καραφλοί κλπ), που θα μάθουν, όταν μεγαλώσουν, να τις αποφεύγουν ή να τις σαπίζουν στο ξύλο.
Καταλαβαίνω ότι αυτό που με σημάδεψε δεν είναι κάποια αρρώστια αλλά οι σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω μου. Όλα όσα ειπώθηκαν και όλα όσα αποσιωπήθηκαν. Είναι τόσο ξεκάθαρο, στη περίπτωση της αλωπεκίας, ώστε δεν έχει νόημα η παραδοσιακή θεραπεία, αν το σκεφτείς. Καθώς κοιτάζεις το γυμνό κορμί στο καθρέφτη, άδειο από κάθε τύπου τριχοφυΐα, σκέφτεσαι πώς θα ενταχθείς σε ό,τι συμβαίνει εκεί έξω. Ακούς τις ερωτήσεις πριν ακόμη γίνουν, παρατηρείς αδιόρατες κινήσεις των μελών του σώματος (πλέξιμο δακτύλων, δίπλωμα ποδιών, σφίξιμο στα χείλια), προσέχεις… διαρκώς σε επαγρύπνηση μη τυχόν και διέφυγε κάτι. Η απουσία πόνου, πυρετού, κακουχίας ή άλλης αδυναμίας αφήνει χώρο [ή μήπως αυτός είναι ο μοναδικός χώρος;] για το αντάμωμα των βλεμμάτων, τις συναντήσεις των λέξεων και των αγγιγμάτων. Εκεί που επιβεβαιώνεται η ισχύς των πραγμάτων. Φυσικά, έχουμε μάθει να βλέπουμε τη νόσο (την παρέκκλιση δηλαδή από το αναμενόμενο) ως προσωπική και μοναχική υπόθεση. Πρέπει να τα καταφέρεις. Προσπάθησε να το αντιμετωπίσεις. Μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Ποιος προσπαθεί να πείσει ποιον, αναρωτιέμαι. Το ταξίδι της αρρώστιας είναι κοινό: απλώς ο ένας εμφανίζει τα συμπτώματα.
Αποστρέφοντας, λοιπόν, το βλέμμα από τον κόσμο του Άλλου, χάνουμε την ευκαιρία να τον γιατρέψουμε. Γιατί ο τρόπος που σε βλέπω σε προσδιορίζει και ο τρόπος που με βλέπεις με καθορίζει. Σε ένα υπαρξιακό -και ποιος ξέρει, σε βιολογικό ίσως- επίπεδο μπορούμε να γίνουμε οι θεραπευτές των άλλων. Κοιτώντας πέρα από τα συμπτώματα και τα σημάδια, μέσα στο σώμα που βιώνει πόνο, κούραση και περιθωριοποίηση. Κάπου εκεί, έτσι και αλλιώς, συν-υπάρχουμε.
Στο ταξίδι για τη θεραπεία του καρκίνου, κάποια στιγμή μπορεί να βρεθείς -εκτός των άλλων- δίχως μαλλιά, παρενέργεια των φαρμάκων και της ακτινοβολίας. Και μάλιστα, η εικόνα που έχουμε για τον/ την καρκινοπαθή, είναι ενός ανθρώπου αποστεωμένου, στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, τρυπημένου από χιλιάδες βελόνες, με σωληνάκια να πηγαινοέρχονται στο σώμα του και το κεφάλι γυμνό ή με ένα σκουφάκι ή με μία άχαρη περούκα να καλύπτει… ΤΙ; Το γεγονός ότι και δεν πάει καλά; Το γεγονός ότι είμαι εδώ, σε αυτό τον κόσμο, αλλά δεν ξέρω για πόσο ακόμη; Να προλάβει τις αμήχανες σιωπές όταν όλοι καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα είναι δύσκολα; Γιατί να το κρύβουμε; Είναι τόσο απεχθής η εικόνα ενός άντρα ή μιας γυναίκας δίχως μαλλιά, αλλά με καρκίνο(!), που κάπως χρειάζεται να αποσιωπηθεί το προφανές…; Ή, μήπως, κρύβοντας το γυμνό κεφάλι, σκουπίζουμε τις σκόνες και τον καρκίνο, κάτω από το χαλί της φυσιολογικότητας;
Ένας αγαπημένος ξάδερφος βρίσκεται αυτές τις μέρες σε ένα τέτοιο κρεβάτι και αλήθεια δεν γνωρίζω εάν θα τα καταφέρει. Ξέρω ότι όταν ήμουν 15 χρονών, μου έδωσε το XL Honda 175 που είχε τότε, για να κάνω τη πρώτη μου βόλτα με μηχανή. Ξέρω, επίσης, ότι μου είχε δώσει να ακούσω πρώτη φορά το Aqualung των Jethro Tull. Ξέρω και θυμάμαι πολλά ακόμη και ας έχουμε να συναντηθούμε χρόνια. Και δεν γνωρίζω εάν θα τον δω, ξανά. Οι σκέψεις μου όμως είναι μαζί του και ας ακούγεται κλισέ. Τα τελευταία 6 χρόνια έχω χάσει από τη ζωή μου, μαζί με τον πατέρα μου, 5 αγαπητούς ανθρώπους και φοβάμαι ότι έπονται κι άλλοι.
Έτσι, όταν κάποιες μητέρες με ρωτούν ποια είναι η θεραπεία για την αλωπεκία και τι μπορούν να κάνουν για το παιδί τους και εάν θα ήθελα να το συναντήσω, απαντώ ότι η πραγματική θεραπεία για την αλωπεκία είναι η αποδοχή κα η αγάπη. Τουλάχιστον αυτό ήταν αρκετό για να λιώσει ο δικός μου πάγος. Το μάθημα -μέσα από το πάθημα- ότι το σημαντικότερο πράγμα που έχεις να μάθεις είναι να αγαπάς… και να σε αγαπάνε.
Nature Boy indeed.

3 responses to “Nature Boy (Alopecia Universalis Pt2/ Καθολική Αλωπεκία Μέρος 2)(-1)”
nikos
Απριλίου 15th, 2011 στις 04:36
Σε γνώρισα, αν θυμάμαι καλά, το ’94. Δε νομίζω ότι ποτέ άκουσα όλα αυτά που γράφεις εδώ σήμερα, έτσι ολόκληρα και χωρίς περιστροφές. Δεν ρώτησα και ποτέ. Ναι, υπήρχε ένα θέμα ταμπού, μεγαλύτερο από τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο. Από μεριάς μου όμως ήταν εξαρχής ξεκάθαρο ότι ΕΙΣΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ. Κάποια στιγμή ανακάλυψα ότι άμα είχες ξαφνικά μαλλιά θα μου φαινόσουν…παράξενος. Θέλω να πω, σε γουστάρω όπως είσαι και ποτέ δεν στάθηκε εμπόδιο σε τίποτα η αλωπεκία για να είσαι φίλος μου. Εξ ου και στο περίφημο ταξίδι στην Κω, έτρεξα να σε …εξυπηρετήσω προσφέροντας σου τα …ξυριστικά μου και το σαμπουάν. Θέλω να πω: ΔΕΝ ΈΒΛΕΠΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ, και έκανα την μπούρδα! Θυμάμαι την απάντηση σου: “Νομίζεις ότι τα χρειάζομαι;” Με το γνωστό ύφος σου (ξέρεις εσύ).
Να, είσαι καλά.
Α! και μου τη δίνει η φωτό που έβαλες. Τι γυαλιά είναι αυτά ρε, τον εξωγήινο παριστάνεις;;;;;
χρηστος
Απριλίου 18th, 2011 στις 22:07
Καλησπερα Δημητρη, ειμαι και εγω συναδελφος σου(στην παθηση).Και εγω εχω καθολικη αλωπεκεια και περασα τα ιδια με σενα πανω κατω.Απο 4.5 χρονων μου πεσανε και μενα τα μαλλια.Τρεξιμο σε γιατρους φαρμακευτικες αγωγες και αλλες ομοιοπαθητικες αηδιες.Μεχρι και σε κομπογιανιτες κινεζους γιατρους με στειλανε και με βαζανε να καθομαι με το κεφαλι κατω ωστε να κατεβει το αιμα για να δυναμωσουν οι θυλακες και να ξαναβγουν οι τριχες.Υπηρξαν πολλα τετοια περιστατικα τα θυμαμαι και με πιανουν τα γελια..Μεχρι να φανταστεις οπως σου προτειναν και εσενα σκευασματα να βαζω σκορδο με μπαρουτι στο κεφαλι.Το δοκιμασα μια φορα αλλα τιποτα,μονο αν αναβες κανα σπιρτο θα γινοταν κανονι το κεφαλι μου.Φυσικα το καλυτερο φαρμακο για την περιπτωση που προτεινουν οι γιατροι ειναι κορτιζονες.Προσωπικη μου αποψη αγαπητοι συναδελφοι μακρυα και αγαπημενοι με αυτα τα πραγματα.Εγω δεν τα δοκιμασα μονο πολυ λιγο στην αρχη σε μικρες περιοχες και τα πεταγα.Εδω κολλαει και η ειρωνια οτι ο πνιγμενος απο τα μαλλια πιανεται.Σωστος?.Το θεμα το αφησα ετσι οπως εχει.
Αναφερθηκες φιλε Δημητρη στο πως σε αντιμετωζε ο κοσμος.Ο καθενας θα πει το μακρυ και το κοντο του.Και μενα με κοιταζουν στο δρομο πολλες φορες λεσ και ειμαι εξωγηινος. Τωρα πλεον 27χρονων ειμαι και τα εχω συνηθησει ολα αυτα..Πολλεσ φορες οταν καποιος καταλαβαινω οτι θελει να με κοιταξει τον κοιταω επιμονα και γυριζει το κεφαλι του.Γελαω με τις αντιδρασεις του κοσμου..Καποιες φορες αγχωνομαι και εγω πρι καν γινει το οτιδηποτε.Να βρεθω σε ενα μερος με πολυ κοσμο και να με κοιτανε π.χ στο ταχυδρομειο στην ουρα ,φρικαρω λιγο εως πολυ ιδρωνω φουντωνω.Οσο αναφορα τις γυναικες ….στις περισσοτερες αρεσουμε.Αν και εγω δεν εχω αθτοπεποιθηση ,ειμαι ντροπαλος και παρα πολυ αγχωδης τυπος και αυτο ειναι που μου την σπαει περισσοτερο σε μενα.Το προσπαθω.Οχι το οτι πασχω απο καθολικη αλωπεκια….ξερεις κατι, γουσταρω ετσι οπως ειμαι κανω την διαφορα.Οπως ειχε πει ενα παληκαρι που πετυχα σε οποιον αρεσουμε.
Πολλες φορες με αγχωνει το οτι θα συναντησω καποιον παλιο φιλο η συμμαθητη για το πως θα τον αωτιμετωπισω πως θα με κοιταξει…Στο λεω αυτο γιατι καθολικη αλωπεκια εχω απο τα 4.5 χρονια οπως σου ειπα.Αρχισε με απωλεια προσωπου στην οικογενεια μου,κατευθειαν μου εφυγαν τουφες ωσπου το κεφαλι μου να γινει γλομπος..Μαζι φυγανε φρυδια βλεφαρα και βοθρια στα νυχια..πολλες φορες ακομα και τωρα βγαζω εξανθηματα οταν ειμαι πολυ αγχωμενος.Ειμαι πολυ αγχωδης.Καπου εκει στο τελος γυμνσασιο ειχα ν ξαναβγει οχι ολα ομως και προσπαθουσα να καλυψω το κεφαλι. Τοπους τοπους ειχαν βγει.Μετα το λυκειο παλι τα ιδια.Ενας κυκλος ειναι..Σου ειπα Μ”ΑΡΕΣΩ ετσι.
Σε γενικες γραμμες πιστευω οτι τι θα πει ο κοσμος ειναι θεμα του καθενος.Θα σε κοιταξουν περιεργα θα ακουσεις ψιθυρους <> και τα σχετικα..Να σου αναφερω ενα περιστατικο που θυμαμαι και να κλεισω.Πρεπει να ηταν πριν δυο χρονια γυρνοντας σπιτι ενα απογευμα.Κοντα στη γειτονια μου πετυχαινω δυο πιτσιρικαδες 12-13 χρονων με ποδηλατα.Οποτε περνανε διπλα απο μενα στην αντιθετη κατευθυνση και μου τραγουδαει ο δευτερος αστα τα μαλλακια σου ανακατωμενα.Πεθανα στα γελια.
Λοιπον επειδει ειμαστε παρα πολλοι στειλτε τις δικες σας εμπειριες και ιστοριες.Οπως λεω υπαρχει η φυλη των ρασταφαρι και η φυλη των (κα) ραφλαφαρι.
ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
ΧΡΗΣΤΟΣ
Maria
Σεπτεμβρίου 20th, 2011 στις 16:30
καλησπέρα παιδιά..σερφάροντας έπεσα στη σελίδα..μου θυμίσατε πράγματα ξεχασμένα..γιατί και εμένα κάπως έτσι άρχισαν αλλα μετά το είδα αλλιώς το θέμα..ας το πάρουμε απ’ την αρχή λοιιπόν. Το Νοέμβριο του 93 (13 ετών τότε) ήμουν ένα ωραίο κοριτσάκι με πολλά και πυκνά μαλλιά μέχρι τη μέση περίπου. Πολύ κοινωνικό παιδί και πολή καλή μαθήτρια. Ένα πρωι που σηκώθηκα για το σχολείο χτενίζοντας τα μαλλιά βλέπω μια ολόκληρη τούφα..(τα χασα…)πηγα σχολείο και όλοι παρατηρούσαν το κενό.. Η εφηβεία περίεργη..οι γονείς μου πίστευαν ότι έχω ίσως καρκίνο και ακόμη αν κλείσω τα μάτια ακούω τη μαμά μου να κλαίει τα βράδια..Μετά άρχισαν οι θεραπείες..Πρώτα στη πόλη που μένω και ύστερα στην Αθήνα στο μεγάλο νοσοκομείο στο Α. Συγγρός..γολγοθάς εκεί..το χειρότερο για μένα ήταν οι παρέες που έχασα, η χαμένη εφηβεία, τον πραγματικό ευατό μου που ποτέ δεν μπόρεσα να βρω..Στο τέλος ήρθε και η Θεσσαλονίκη. Εκεί δεν θεραπέυτηκα από την αλωπεκία αλλά ο γιατρός με βοήθησε να βρω κομμάτια του ευατού μου και να κολλήσω μεταξύ τους. Πραγματικά του οφείλω πολλά..και ίσως και την ίδια μου τη ζωή. Μόλις τελείωσα τη σχολή στη Θεσσαλονίκη (δεν μπόρεσα να περάσω κάπου, εξάλλου είχα χασει το νόημα της ζωής, αλλά οι ατελείωτες ώρες που περνούσα στο δωμάτιο μου έδειξαν το δρόμο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, οπότε και πήγα σε ένα ΙΙΕΚ), επέστρεψα στη πόλη μου. Και ξαφνικά ένα πρωι το πήρα απόφαση, η θα έδινα τέλος στη ζωή μου ή θα άλλαζα ολοκληρωτικά. Την αγαπούσα και την αγαπώ τη ζωή μου (πάντα πίστευα ότι η ζωή μου επιφυλλάσει πολλές ωραίες εκπλήξεις). Σήκωσα το κεφάλι ψηλά, σε όποιον με κοίταζε επίμονα καταλλαβαίνοντας ότι φοράω περούκα τον κοίταζα και εγώ επίμονα..Μετά ήρθαν οι σχέσεις..σε ολους έλεγα από την αρχή το “πρόβλημά” μου, αλλά κανένας δεν έδειχνε να ενοχλείται. και τέλος γνώρισα τον άνδρα μου.. απέκτησα μαζί του δυο υπέροχες κόρες και το θέμα ανήκει κυριολεκτικά στο παρελθόν. Να είστε καλά και μη φοβάστε τίποτα…Και να ξέρετε ότι αρέσουμε σε πολλούς!!!!!!