Αρχείο Ενοτήτων: Media

zeitgeist_eye

Η νέα ταινία (?) της ομάδας Zeitgeist Team, εδώ

Παρακολουθήστε και συζητήστε. Τουλάχιστον.

dental visit

Μεταφέρω αποσπάσμα από το άρθρο της Γαλήνης Φούρα στην Καθημερινή της Κυριακής (σελ.36) με τον τίτλο ‘Τα νοικοκυριά έκοψαν και τον οδοντίατρο’

“… Η οδοντιατρική περίθαλψη, η συμβουλευτική και οι προληπτικές εξετάσεις θεωρούνται, ελλείψει χρημάτων, ‘αγαθά πολυτελείας’, με αποτέλεσμα την μείωση της ζήτησης μόνο στα ‘αναγκαία’ και επείγοντα.

… Καθώς οι δαπάνες για οδοντιατρική περίθαλψη καλύπτονται κατά 98% από τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και δεν έχουν ασφαλιστική κάλυψη, διαπιστώνονται ήδη σοβαρά προβλήματα στον τομέα αυτόν, με τουλάχιστον έναν στους δύο Έλληνες να μην επισκέπτεται οδοντίατρο ούτε σε ετήσια βάση. Σύμφωνα με μαρτυρίες οδοντιάτρων, οι πελάτες τους περιορίζονται στα απαραίτητα για να αντιμετωπίσουν τον πόνο ή κάποιο εμφανές αισθητικό πρόβλημα. ‘Όσοι δεν έχουν να πληρώσουν, αναφέρουν, αντιμετωπίζουν το πρόβλημά τους κατα δύναμη με φθηνές, επιφανειακές ή λάθος λύσεις και άγνωστα αποτελέσματα’

… Ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας κ. Κυριόπουλος, επισημαίνει ότι όσον αφορά την χρησιμοποίηση των υπηρεσιών υγείας, έχει διαπιστωθεί ότι κάτω  από συνθήκες οι οποίες είναι περιοριστικές ή πιεστικές, τα νοικοκυριά  κατανέμουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό προς βασικότερες ανάγκες διαβίωσης, αποσυρόμενα από ένα μέρος της ιατρικής περίθαλψης, το οποίο θεωρούν ότι δεν είναι επείγον ή αναγκαίο. Επομένως η ζήτηση για ιατρικά αγαθά και υπηρεσίες που θεωρούνται ‘αγαθά πολυτελείας’, όπως είναι η οδοντιατρική φροντίδα, οι προληπτικές εξετάσεις και οι συμβουλές από γιατρούς, μειώνεται. Παράλληλα, σε έρευνα που έγινε από τον τομέα ΟΙκονομικών της ΕΣΔΥ για την χρησιμοποίηση των υπηρεσιών του ΙΚΑ, τα τελευταία τριάντα χρόνια βρέθηκε ότι πολιτικές με περιοριστικό χαρακτήρα στα οικογενειακά εισοδήματα, κατά συνέπεια και στην αγοραστική δύναμη, στρέφουν τα νοικοκυριά να κάνουν μεγαλύτερη χρήση ιατρικών υπηρεσιών μέσω της κοινωνικής ασφάλισης. Όταν η αγοραστική δύναμη ανεβαίνει, τότε τα νοικοκυριά προτιμούν τις υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα, έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν ιατρικές υπηρεσίες για να ελαχιστοποιήσουν το κόστος του χρόνου το οποίο αντιμετωπίζουν στις δημόσιες υπηρεσίες.

Σε περιόδους στενότητας αναγκάζονται να επωμιστούν αυτό το κόστος, απαλλασσόμενα αντίστοιχα από την ιδιωτική δαπάνη”

depression

Σας ακούγονται γνώριμα όλα αυτά; Μάλλον ναι. Θα ήθελα να κάνω τρεις παρατηρήσεις:

  • Ο οδοντιατρικός κλάδος χρειάζεται να βρεί νέους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό [τους καταναλωτές/χρήστες των υπηρεσιών υγείας] προκειμένου να προβάλει την πραγματική κατάσταση που υπάρχει στις οδοντιατρικές υπηρεσίες σήμερα. Σε αυτή την περίπτωση, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί γλώσσα σαφής, κατανοητή, ξεκάθαρη και άμεση για θέματα  που απαντούν στις ανάγκες των ατόμων (όπως είναι, για παράδειγμα, η προστασία της υγείας, η οικονομική επιβάρυνση, οι ποιοτικές υπηρεσίες κ.ά). Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η επιλογή του συγκεκριμένου άρθρου της Καθημερινής: όλοι μας, ανά διαστήματα, διαβάζουμε παρόμοια κείμενα σε κάποιες εφημερίδες και περιοδικά ή ακούμε και βλέπουμε εκπομπές με αυτό το περιεχόμενο οι οποίες, συνήθως, αποτελούν ευκαιρίες συζήτησης και διαλόγου. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, οι οδοντίατροι μπορούν να γίνουν κοινωνοί της πραγματικότητας  που βιώνουν αυτοί και οι πολίτες, με στόχο την αλληλοκατανόηση και συναντίληψη.

reception

  • Τι γίνεται όμως με την σιωπηλή πλευρά της ιστορίας; Με ποιον τρόπο βιώνουν την κρίση στο επάγγελμα οι οδοντίατροι ; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν και πώς ανταπεξέρχονται; Με ποιους τρόπους διαχειρίζονται ασθενείς, συνεργάτες, βοηθητικό προσωπικό και πώς σχετίζετονται όλα αυτά με την ποιότητα της εργασίας τους; Πώς είναι να εργάζεσαι μόνος/μόνη, πώς είναι σε μία κλινική ως υπάλληλος ή να συνεργάζεσαι μέ άλλους συναδέλφους σε μία κοινή επιχείρηση; Αυτά τα ερωτήματα θα είναι το θέμα του επόμενου άρθρου.
  • Πώς είναι να εργάζεσαι παρέχοντας υπηρεσίες για ‘αγαθά πολυτελείας’; Και από πότε το χαμόγελο, η δυνατότητα να μασάς την τροφή σου και η ικανότητα να μιλάς καθαρά έτσι ώστε να σε καταλαβάινουν οι άλλοι, έγιναν πολυτέλειες;

child showing tongue

Μπορείτε να διαβάσετε την διαφήμιση της Pfizer με όποιον τρόπο θέλετε. Το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν πολλές αναγνώσεις

Αγωγή Υγείας και τηλεόραση

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα απουσίας, επιστροφή με ένα video (φαίνεται πως έχουν πέραση τον τελευταίο καιρό) από τηλεοπτική εκπομπή στην οποία εμφανίστηκα, πριν από 10 μήνες περίπου. Για να ξεκινήσουμε χαλαρά και όμορφα…

Πόσο χαλαρά όμως μπορεί να είναι τα πράγματα όταν κολυμπάμε στην ηλιθιότητα, την επιδειξιομανία, την υπερβολή και την απουσία μέτρου; Παράδειγμα/Ερώτηση προς τον Ηγέτη: κατηγορείται μέλος της ομάδας σου (κυβέρνησης, κόμματος, σχηματισμού, όπως θες πέστο) ότι η συμβία του δραστηριοποείται επιχειρηματικώς, ως μη όφειλε, εκμεταλλευόμενη την θέση, τις γνωριμίες και  την ισχύ του συζύγου. Τι απαντάς; Παλιότερα θα έλεγες: και εσείς τα ίδια και χειρότερα κάνατε…! Όχι τώρα όμως. Τώρα μπορείς να υποτιμήσεις την νοημοσύνη όλων όσων σε ακούν (δίχως να ιδρώνει το αυτί σου, με δήθεν αυστηρό ύφος μοντέρνου πατερούλη) υποστηρίζοντας ότι  απόψεις -όπως αυτές των κατήγορων της ομάδας σου- είναι μεσαιωνικές και προσβλητικές για την θέση της γυναίκας στην σύγχρονη κοινωνία. Ερώτηση: εάν το θέμα αφορούσε τον σύζυγο μίας υπουργού σου (αλήθεια πόσες τέτοιες έχεις;), τι θα έλεγες τότε;

(κείμενο και φωτό αντιγράφηκαν ως έχουν)
“Μαλακά” και “σκληρά”

Η ξαφνική αναζωπύρωση της συζήτησης περί ναρκωτικών στον κύκλο των ειδημόνων που δίνουν ραντεβού για τις αψιμαχίες τους στα τηλεοπτικά πλατό διήρκεσε λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται μια Τσιγγάνα για να διαβάσει το μέλλον στα τραπουλόχαρτα. Αν εξαιρέσουμε μια δυο ρωμαλέες φωνές αντίστασης, οι εμπειρογνώμονες ξόδεψαν όλα τους τα ρητορικά αποθέματα γύρω απ’ το απατηλό ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον τα λεγόμενα «μαλακά» ναρκωτικά οδηγούν, απαρεγκλίτως και αναπόφευκτα, στα «σκληρά». Εννέα στους δέκα προσυπέγραψαν την αστυνομική άποψη ότι, ναι, η χρήση κάνναβης, για παράδειγμα, σπρώχνει τον χρήστη σε όλο και πιο ριψοκίνδυνες μορφές μαστούρας, όπου κάποτε θα μονομαχήσει με τον θάνατο.

Δύο στρατόπεδα, λοιπόν, ως συνήθως, αναμετριούνται στο έδαφος ενός παραπλανητικού διλήμματος και το δίλημμα, ως τέτοιο, δηλαδή πλαστό, εξάπτει τις σφυγμομετρήσεις. Το 80% των ερωτηθέντων, επιστήμονες και νοικοκυρές, οδηγοί λεωφορείων και μαθήτριες του κολεγίου, μέχρι κι ένα ταλαίπωρο, μετανοημένο τζάνκι, περιγράφουν το χασίσι σαν προθάλαμο της μοιραίας αιχμαλωσίας του υποκειμένου στην ηρωίνη, ενώ το υπόλοιπο 20% αποστασιοποιείται, ενδεχομένως για λόγους ευθυγράμμισης με τον υγιή αριστερό φιλελευθερισμό. Και κανείς, αλλά κυριολεκτικά κανείς, δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί ότι η απάντηση, απλούστατα, ίσως τίθεται και εδώ, όπως και παντού, με τους όρους μιας τρίτης σκοπιάς, η οποία προβληματίζεται για τα αίτια αντί των συμπτωμάτων. Εννοείται πως αυτό θα σήμαινε υποχρεωτική ξενάγηση στους δαιδάλους του ψυχισμού. Για την τηλεόραση, κάθε τέτοια προοπτική εισόδου στα άδυτα των αδύτων ακυρώνεται εξ υποθέσεως.

Ετσι απομένει σε αναρμόδιους, όπως εγώ, να υπογραμμίσουμε το πασιφανές, δηλαδή το γεγονός ότι οι πιθανότητες να αγκυροβολήσει κανείς στην ηρωίνη είναι ολότελα ανεξάρτητες απ’ τους «προθαλάμους», τις «μαλακές ουσίες», τα «ορεκτικά» κ.λπ., και αφορούν αποκλειστικά τις ψυχικές προδιαθέσεις κάθε προσώπου, ένα ομολογουμένως πολύ περίπλοκο μόρφωμα ενοχικών ανακλαστικών, αυτοκαταστροφής, κλίσης στην αναζήτηση υποκατάστατων μητρότητας, πρωταρχικών τραυματικών εγγραφών που ενεργοποιούνται συν, βεβαίως, την κακορίζικη επιθυμία του εγώ να απομονωθεί αεροστεγώς, καταργώντας κάθε επικοινωνία με το ασυνείδητο και το συμβολικό σύστημα εν γένει.

Ασχετα λοιπόν με το πόσο σύνθετο είναι το τοπίο της παθολογίας κάθε ανθρώπου και άσχετα απ’ τις ιδιοσυγκρασιακές ποικιλίες των ουσιών, παραμένει φανερό ότι η ροπή στις απολαύσεις και τις κατάρες των ναρκωτικών, περιλαμβανομένων του αλκοόλ και της νικοτίνης, οργανώνεται σαν μια απάντηση του υποκειμένου στον δυσαρμονικό χαρακτήρα εκκρεμοτήτων που προϋπήρχαν του εθισμού. Μ’ άλλα λόγια, το αν ο εκάστοτε συγκεκριμένος χρήστης θα παγιδευθεί ή όχι στα οπιούχα είναι κάτι που συνδέεται ελάχιστα ή καθόλου με την προκαταρκτική του θητεία στο χασίς ή στα βαρβιτουρικά ή στα ψυχεδελικά, ενώ αποφασίζεται -φως φανάρι- απ’ τις ιδιαιτερότητες της στάσης του απέναντι, αν μη τι άλλο, στη λειτουργία των ασυνείδητων φαντασιώσεων.

Εν πάση περιπτώσει, η επιθυμία να αποκοπεί κανείς απ’ τον έλλογο κόσμο, η οποία μεσουρανεί στο περιβάλλον της ηρωίνης, δεν διδάσκεται όπως ας πούμε η συναρμολόγηση ανεμοπτέρων ή το τένις, η δε αξιοπιστία της άποψης ότι «τρώγοντας έρχεται η όρεξη» μου φαινόταν ανέκαθεν μηδενική. Ισχύει απεναντίας ότι, πολύ πριν εμφανιστεί το αντικείμενο της βουλιμικής ενόρμησης, συνεπώς και της εξάρτησης, έχουν διαμορφωθεί από το γονεϊκό περιβάλλον ανθρώπινα όντα ικανά να τραφούν και να χορτάσουν ή, αντίθετα, καταδικασμένα να δοκιμάσουν με την άκρη της γλώσσας για να διαπιστώσουν ότι η όρεξή τους αποχαλινώθηκε. Το πλήθος των ανθρώπων που έκαναν χρήση χασίς χρόνια δίχως καν να διανοηθούν να υιοθετήσουν το λάιφσταϊλ της πρέζας συνηγορεί στο συμπέρασμα ότι, κακά τα ψέματα, εάν χιλιάδες άλλων αποτόλμησαν το βήμα, πάντως δεν έφταιγε το χασίς.1

Οσο για την έξωθεν καλή μαρτυρία των «μαλακών» ουσιών, θα ήθελα να τραβήξω την προσοχή του αναγνώστη σ’ αυτό που ονομάζω «αρχή των σκεπτικών»: οι σκεπτικοί φιλόσοφοι έλεγαν ότι ένα ρεύμα δροσερού αέρα προκαλεί σ’ έναν νεαρό ευχαρίστηση, όμως το ίδιο ρεύμα προκαλεί σ’ έναν ηλικιωμένο ρίγη. Νομίζω ότι ο κανόνας αυτός δικαιούται καθολικής εφαρμογής. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι το ταξίδι, οι φιλίες, το ποτό, μια ερωτική συνάντηση, ένα ακριβό δώρο, με δυο λόγια οτιδήποτε θεωρείται ευεργετικό, κάνει τον άνθρωπο να νιώθει καλύτερα αν είναι ήδη ψυχικά υγιής και ευδιάθετος, ενώ τον κάνει να νιώθει πολύ χειρότερα αν είναι άρρωστος. Γιατί; Είναι δύσκολο να αποφανθούμε· ίσως επειδή υποχρεώνει τον μηχανισμό αδράνειας, μέσα στο υποκείμενο, να αντιδιασταλεί μαχητικά προς το πλεονέκτημα του προσφερόμενου αγαθού. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο λόγος που η παρηγοριά λειτουργεί με τόσο αποκαρδιωτικά επακόλουθα: στην πράξη, αποδεικνύεται σοφότερο το να διανύεις τον κύκλο της κατάθλιψης μόνος σου και χωρίς τη σκηνοθεσία αντιπερισπασμών.

Δεν εξαιρούνται οι ήπιες ψυχοτρόποι ουσίες. Επιδρούν θετικά όταν το υποκείμενο είναι ψυχικά ακμαίο και αρνητικά όταν αυτό πάσχει· συνεπώς η άποψη ότι, φέρ’ ειπείν, το χασίς αποτελεί μονόδρομο προς την ευεξία διαψεύδεται: σε πολλούς, αναλόγως των συγκυριών, οι ίδιες ουσίες πυροδοτούν αγχώδεις διαταραχές, καχύποπτη εσωστρέφεια ή απελπισία. Αυτό αληθεύει πιθανόν για όλα τα αντικείμενα, όλες τις καταστάσεις και εμπειρίες, και εντέλει, αν το πάμε στα άκρα, για την ίδια την πραγματικότητα συνολικά, εφόσον η πραγματικότητα κατέληξε σε μεγάλο βαθμό ψευδαισθησιακή. Μεταξύ μας, τι άλλο είναι η αυξανόμενη δυσθυμία της κοινωνίας αν όχι ένα είδος hangover; Τι άλλο είναι η ανία της σύγχρονης μεγαλούπολης αν όχι η ομίχλη που καλύπτει την ψυχή αμέσως μετά το «ανέβασμα» του τηλεοπτικού πυρετού; Είμαστε εθισμένοι σε μια διαρκή, συλλογική προσομοίωση της παλιάς ζωτικότητας και, ήδη, κάποιες σπάνιες αστραπές αυθεντικής ευτυχίας αντιμετωπίζονται σαν σπασμοί στερητικών συμπτωμάτων.

1. Στο επίπεδο της λογικής, το να πεις ότι απ’ το χασίσι πηγαίνει κανείς στην ηρωίνη ισοδυναμεί με το να κάνεις την ορθή παρατήρηση ότι όσοι φτάνουν οδικώς απ’ την Αθήνα στην Πάτρα έχουν περάσει απ’ την Κόρινθο και, κατόπιν, να την αντιστρέψεις λέγοντας ότι, άρα, όποιος πάει στην Κόρινθο θα φτάσει και στην Πάτρα. Σημειωτέον ότι οι λογικές αντιστροφές είναι η μεγάλη πνευματική επιδεξιότητα της κοινής γνώμης.

the nature conservancy

*Frank Zappa: Call any vegetable (Just another band from L.A.)

Η ιστορία ξεκίνησε το καλοκαίρι που μας πέρασε: πρόωρες εκλογές (και πώς προκυρήχθηκαν), φωτιές, πάλι εκλογές (και τα αποτελέσματά τους), οι εσωκομματικές εκλογές στο κόμμα της αντιπολίτευσης, η απόπειρα αυτοκτονίας του γενικού γραμματέα και πάει λέγοντας… Από το καλοκαίρι, λοιπόν, προσπαθούσα να βρω έναν τρόπο να τακτοποιήσω σκέψεις και συναισθήματα, να χωνέψω όλη την πληροφορία, μήπως μπορέσω να καταλήξω κάπου (συμπέρασμα, ετυμηγορία…) και ίσως να γράψω κάποιο κείμενο, καθώς μου φαινόταν (και συνεχίζει να φαίνεται) χαζομάρα η απουσία- από το blog- σχολίων για ζητήματα εκτός αυτών της υγείας και της πρόληψης της ασθένειας. Στα παραπάνω προστέθηκε, τον τελευταίο καιρό, μία σειρά από σχόλια σε εφημερίδες, blogs, ραδιοφωνικές ή άλλες εκπομπές κ.λ.π., με κεντρικό θέμα την διαπίστωση ότι πιάσαμε πάτο: τα πράγματα δεν μπορεί να γίνουν χειρότερα σε αυτή την χώρα, όλα είναι μάταια, κάτι χρειάζεται να γίνει, τι κάνουν οι νέοι;, τι κάνουν οι παλιοί;, τίποτα δεν αλλάζει σε αυτό τον τόπο, όλοι είναι αναξιόπιστοι και οι λίγοι που πραγματικά αξίζουν ασφυκτιούν σε μοναχικές πορείες εκτός κυκλωμάτων αναγκαζόμενοι τελικά να μεταναστεύσουν σε πιο πρόσφορα και δεκτικά χώματα ενώ εδώ παραμένουν οι μέτριοι, οι βολεμένοι και οι παραιτημένοι.

Χμμμμ…

Δύο παρατηρήσεις μονάχα.

a. Είναι, πλέον, προφανής η μεγάλη ισχύς των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Τα γεγονότα, αυτά που αναφέρθηκαν στην αρχή και άλλα που ο κάθε ένας μπορεί να σκεφτεί από μόνος του, απλώς το επιβεβαιώνουν. Δεν χρειάζεται να μιλήσουμε, συγκεκριμένα, για πρόσωπα, τηλεοπτικά κανάλια, εφημερίδες και τους εκδότες τους, χρηματοδοτήσεις, αδειοδοτήσεις, σφυγμομετρήσεις, αποκαλύψεις κ.ο.κ. Οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον χώρο των Μ.Μ.Ε. έχουν σοβαρό λόγο στην λήψη αποφάσεων, για θέματα που μπορεί να τους ενδιαφέρουν (επενδύσεις στον χώρο της υγείας, χρήση της γης, ρυθμίσεις στο ζήτημα του ασφαλιστικού για να αναφερθώ σε μερικά μόνο), επηρεάζοντας, σε μεγάλο βαθμό, την έκβαση του διαλόγου/συζήτησης/διαπραγμάτευσης μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών (stakeholders). Η επιρροή αυτή έχει δύο αποδέκτες: αφενός τους φορείς σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων (κυριώς πολιτικά πρόσωπα καθώς και αντίστοιχους, αφανείς ή μη, παράγοντες επιρροής) με την επίδειξη ισχύος και δύναμης (θυμήσου, για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι απευθύνουν τον λόγο σε εκλεγμένους εκπρόσωπους των πολιτών, κατά την διάρκεια του βραδυνού δελτίου ειδήσεων κάποιου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού). Αφετέρου, τους παραλήπτες των προϊόντων των επιχειρήσεών τους: δηλαδή όλους εμάς. Αφορά, δε, την προβολή ορισμένων μόνο γεγονότων, περιστατικών και καταστάσεων από μία πληθώρα δεδομένων (όψεις, απόψεις, καταγραφές της πραγματικότητας) και τον συνδυασμό τους με έναν τρόπο που εξυπηρετεί, σχεδόν αποκλειστικά, συγκεκριμένους στόχους και ανάγκες της επιχείρησης αυτής καθεαυτής.

Μην το κουράζουμε άλλο. Αυτά είναι γνωστά. Οι ερωτήσεις που χρειάζεται να απαντήσουμε είναι: πόσο ενοχλητικό είναι αυτό; πόσο σημαντικό είναι για την ζωή μου; με αφορά και με ποιο τρόπο; με επηρεάζει, σε τι πεδίο και πώς εκδηλώνεται;

zen circle

b. Υπάρχει ένα ρητό του Ζεν που λέει: κάθε μέρα είναι καλή μέρα.

Η πραγματική αλλαγή συμβαίνει μόνο με την συναίνεση/ συγκατάθεση/ συμφωνία όλων των πλευρών (είτε πρόκειται για το άτομο είτε για την ομάδα). Χρειάζεται να θέλουμε πράγματι να αλλάξουν τα πράγματα και, ταυτόχρονα, να τα αγαπάμε όπως ακριβώς είναι. Μόνο μέσα από την βαθιά αποδοχή και κατανόηση όλων των φωνών, ακόμη και εκείνων που μας προκαλούν δυσφορία και επιθυμούμε την διαφοροποίησή τους, μπορεί να αναδυθεί η ουσιαστική αλλαγή.

Για αυτό, λοιπόν, ζούμε σε εξαίρετους και ενδιαφέροντες καιρούς, όπως παρατηρούσε ο Frank Zappa στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Αν κάτι οφείλουμε στον εαυτό μας είναι να έχουμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά και να είμαστε έτοιμοι να δράσουμε, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να διεκδικήσουμε ό,τι εκτιμούμε πως μας αναλογεί/αφορά από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Και ίσως είναι πολλά…

Impression Painting 2

“Η ώρα είναι μία προσφορά της εταιρείας…”

“Η εκπομπή ήταν μία προσφορά του…”

Λίγο πριν τις ειδήσεις των εννιά, σε κρατικό τηλεοπτικό κανάλι, εμφανίζεται ένα ηλεκτρονικό ρολόι και, στο κάτω μέρος της οθόνης, ο λογότυπος κάποιας τράπεζας (δεν έχει σημασία ποιας).

Πού βρισκόμαστε και πώς φτάσαμε ως εδώ; Το βέβαιο είναι πως είμαστε οι στόχοι των διαφημιστικών εταιρειών και, κατά προέκταση, των προϊόντων που αυτές προωθούν: αυτοκίνητα, εξωτικές διακοπές, δάνεια, οδοντόκρεμες, ό,τι χωράει σε είκοσι δευτερόλεπτα τηλεοπτικού ή ραδιοφωνικού χρόνου και απαιτεί την προσοχή μας. Επιπλέον, αν σκεφτούμε το είδος των εκπομπών που πλαισιώνουν τις διαφημίσεις, κατανοούμε ότι αυτό που συμβαίνει είναι αρκετά περίπλοκο και ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο, που δεν περιορίζεται στο μέσο (τηλεόραση, ραδιόφωνο, τύπος κ.λ.π.) και ενδεχομένως προσδιορίζει μέρος του τρόπου που ζούμε και υπάρχουμε. Τι κακό υπάρχει σε αυτό, μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος/α και τι σχέση έχει με αυτό το blog;

Αρχικά, η δημόσια τηλεόραση οφείλει να μην προβάλει μηνύματα που σχετίζονται με την προώθηση προϊόντων, οιουδήποτε τύπου, καθώς χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και, το σημαντικότερο, η βασική της λειτουργία σχετίζεται με την αντικειμενική ενημέρωση και την πνευματική καλλιέργεια των πολιτών της χώρας. Με τα ιδιωτικά κανάλια δεν υπάρχει πρόβλημα (παρά μόνο με τον μεγάλο αριθμό τους): είναι εμπορικές επιχειρήσεις και, συνήθως, υπάρχουν για να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των εταιρειών στις οποίες ανήκουν. Τα πράγματα, βέβαια, είναι τελείως διαφορετικά για την δημόσια τηλεόραση, φαίνεται όμως πως έχουμε αποδεχθεί το ασυμβίβαστο του πράγματος και τις συνέπειες που αυτό έχει, ιδιαίτερα σε ένα βαθύτερο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Στην ουσία τώρα. Κυρίαρχα θέματα, για την αγωγή και προαγωγή της υγείας του πληθυσμού, είναι εκείνα που αφορούν

  • τις συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία (όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, οι διατροφικές συνήθειες, η σωματική άσκηση κ.ά),
  • το stress και το άγχος,
  • την αυτοεικόνα/αυτοφροντίδα του σώματος

και τον τρόπο που αυτά τα ζητήματα σχετίζονται με την πρόληψη της ασθένειας και την διατήρηση της υγείας. Ας στοχαστούμε λίγο: πόσο επηρεάζεται η υγεία μας από τις διαφημίσεις και τον πολιτισμό της κατανάλωσης που, από ό,τι φαίνεται, κυριαρχεί όπου και να ρίξουμε το βλέμμα μας; Με ποιον τρόπο καθορίζει την καθημερινότητά μας ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής και πως συνδέεται με την διατήρηση ή μη της υγείας μας; Μας προστατεύει από ή μας εκεθέτει στους παράγοντες κινδύνου; Είναι η “καθιστική ζωή” ευθύνη του ατόμου ή αποτέλεσμα του μοντέλου ανάπτυξης που υφίσταται (και σε αυτή την περίπτωση ποιος είναι ο αποτελεσματικός τρόπος προαγωγής της υγείας); Ο τρόπος που διακεδάζουμε είναι “υγιεινός”; Διασκεδάζουμε πραγματικά ή ακολουθούμε το ρεύμα; Είναι κάποιος/α υγιής όταν δυσκολεύεται να αποπληρώσει τις δόσεις των δανείων του/της; Πόσο υγιεινή είναι η Σαββατιάτικη έξοδος με την οικογένεια σε κάποια αλυσίδα εστατορίων έτοιμου φαγητού; Ακόμη πιο πέρα: είναι ασφαλής η χρήση των κινητών τηλεφώνων και τι επιδράσεις έχει η ακτινοβολία στον οργανισμό ενός νέου ατόμου; Πώς εξασφαλίζεται η υγιεινή, η ασφάλεια και η ποιότητα των τροφίμων; Τι μπορεί να σημαίνει, σε αυτό το πλαίσιο, ο όρος προαγωγή της υγείας;

Το ζητούμενο, εδώ, δεν είναι η κινδυνολογία. Ούτε η παραίτηση. Αντίθετα: όσο καλύτερα κατανοούμε το περιβάλλον που υπάρχουμε, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι πιθανότητες να το αλλάξουμε. Εάν μας ενδιαφέρει. Και εάν μας επιτρέπει το αφεντικό.

Your gaze hits the side of my face

Πέντε χρόνια πριν, συζητώντας με την κυρία Κατερίνα Μάτσα, εξέφρασα την αγωνία μου σχετικά με το μέλλον του Προγράμματος στις Κοινότητες, που τότε μόλις ξεκινούσε. Αναρωτιόμουν εάν θα συνεχίζαμε να έχουμε την αναγκαία υποστήριξη, από τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να υλοποιήσουμε τις ιδέες μας, όπως ακριβώς τις φανταστήκαμε. Μου απάντησε, με ένα πικρό χαμόγελο: μην ανησυχείς Δημήτρη, τα ναρκωτικά πάντα «πουλάνε» σαν θέμα στην Ελλάδα. Προφανώς, είχε απόλυτο δίκιο.

Αφορμή, για το σημερινό κείμενο, είναι το αφιέρωμα που παρουσιάστηκε, σε δύο συνέχειες, στο ΒΗΜagazino (τ.371:Οι «άθλιοι» των Αθηνών σελ.70-78 και τ.372:So, legalize it? σελ.72-82). Η αιτία, βέβαια, είναι βαθύτερη και τυρρανούσε το μυαλό μου αρκετό καιρό τώρα, αναζητώντας την ευκαιρία να αποκτήσει μορφή και νόημα. Είναι η απάντηση που έδιναν οι Εθελοντές Οδοντίατροι του προγράμματος, όταν ρωτούσα πώς τους φάνηκε η πρώτη επίσκεψη στην Κοινότητα: «Μα αυτά τα παιδιά είναι φυσιολογικά… Θα μπορούσαν να είναι τα παιδιά της διπλανής πόρτας… Οι φίλοι των παιδιών μου, συγγενείς ή γείτονες… Και μπορείς πραγματικά να συζητήσεις μαζί τους…»

Τελικά, τι κουβαλάμε στο κεφάλι μας; Ποια είναι τα δομικά συστατικά των συλλογισμών μας; Τι προσδιορίζει την ματιά που ρίχνουμε στον Κόσμο; Ποιες Φωνές ψιθυρίζουν τι να προσέξουμε, τι να ακούσουμε, τι να επιλέξουμε να δούμε, να μυρίσουμε, να αγγίξουμε, να αγαπήσουμε…;

Για όσους και όσες από εμάς δεν έτυχε να μοιραστούμε στιγμές της ζωής, με έναν άνθρωπο που βιώνει την αναμέτρηση με κάποια εξάρτηση, ο κόσμος αυτού του Άλλου είναι μία σειρά από εικόνες και ιστορίες: συζητήσαμε για αυτές σε παρέες, γελάσαμε ή κλάψαμε με αυτές σε μία ταινία, τρομάξαμε από αυτές σε ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση, τις προσπεράσαμε αδιάφορα ή τις διαβάσαμε με μεγάλη προσοχή σε ένα αφιέρωμα κάποιου Κυριακάτικου περιοδικού, τις φυλάξαμε βαθιά μέσα στην καρδιά μας και τις ανασύρουμε ανά περίπτωση. Για τους υπόλοιπους, που βιώνουν οι ίδιοι ή αγαπημένα πρόσωπα γύρω τους, την πορεία από το δύσβατο μονοπάτι της εξάρτησης, λέξεις όπως χασίς, πρέζα, αλκοόλ, τράπουλα, γεύμα, ταχύτητα, σχέσεις, μπορεί να έχουν διαφορετικό νόημα, ιδιαίτερο και ανεκτίμητο.

Κάποιοι ονομάζουν τις εικόνες που αναφέρθηκαν παραπάνω στερεότυπα, όπως και να λέγονται, όμως, αποτελούν βασικά στοιχεία του συστήματος αντιλήψεων που υπάρχει στον εγκέφαλό μας, το οποίο είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και σύμπλοκο, στην προσέγγιση και ανάλυσή του. Ο τρόπος που υπάρχουμε στον Κόσμο εξαρτάται από το σύστημα αντιλήψεών μας και η επαφή μας με τον Κόσμο καθορίζει τον τρόπο που υπάρχουμε. Στην πραγματικότητα, κάθε στιγμή ποιούμε τον Κόσμο γύρω μας, αφού τον επεξεργαζόμαστε στον εγκέφαλό μας και συνδεόμαστε με αυτόν μέσα από τις αντιδράσεις μας (προφανείς ή μη).

Το ζήτημα είναι: πόσο ενήμεροι/ες είμαστε για τον τρόπο που βλέπουμε τον Κόσμο; Η επαφή με το άγνωστο, το αν-οικείο, το διαφορετικό είναι μία δοκιμασία: αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν και άλλες Φωνές, άλλες ιστορίες, εξίσου ισχυρές με τις δικές μας, με ίσο μερίδιο στην πραγματικότητα, που βρίσκονται στα όρια του δικού μας Κόσμου, οι οποίες, όμως, μας προσφέρουν την ευκαιρία να στοχαστούμε για το είδος του Κόσμου που έχουμε επιλέξει να υπάρχουμε.

Αν χρειαστεί να διαβάσουμε ανάμεσα και πέρα από τις γραμμές, αν επιλέξουμε να σκεφτούμε ποιος λέει τι και σε ποιο πλαίσιο και προτιμήσουμε την άβολη μετακίνηση στην αντίπερα όχθη, δίχως προσδοκίες και ανταλλάγματα, απλώς και μόνο, ίσως, για την χαρά του ταξιδιού, μπορεί να σταματήσουμε να «αγοράζουμε» το προϊόν ναρκωτικά και να αρχίσουμε να καλλιεργούμε το προϊόν συνύπαρξη.