Να περιγράψω το γέρο Ινδιάνο στην έρημο του Μεξικού. Πήγαινα με το αυτοκίνητο και από μακριά είδα κάτι που έμοιαζε με ινδιάνικο καπέλο πεσμένο στην άμμο. Σταμάτησα και πλησίασα. Κάτω από το καπέλο, σ’ έναν ρηχό λάκκο που είχε σκάψει στην άμμο για να προφυλαχτεί από τον άνεμο, καθόταν ένας Ινδιάνος. Είχε μπροστά του ένα ξύλινο γραμμόφωνο με βαθουλωμένο, γδαρμένο χωνί. Ο γέρος γύριζε συνεχώς τη μανιβέλα (φαίνεται το γραμμόφωνο δεν είχε ελατήριο) κι έπαιζε ένα δίσκο -είχε μόνο ένα δίσκο- τόσο γρατζουνισμένο, που δεν είχε μείνει ίχνος από τα αυλάκια του. Από το χωνί έβγαινε ένας βραχνός θόρυβος, τριξίματα και συγκεχυμένα ξέφτια του λατινοαμερικάνικου τραγουδιού «Rio Manzanares dejeme pa-sar»  (Ποταμέ Μανζανάρες άσε με να περάσω). Παρόλο που τον χαιρέτησα και στεκόμουν από πάνω του πολλή ώρα, ο γέρος δεν μου έδινε καμιά σημασία.

«Πατέρα» είπα τελικά «εδώ δεν υπάρχει κανένα ποτάμι».

Ο γέρος σιωπούσε.

«Γιε μου» είπε ύστερα από λίγο «εγώ είμαι το ποτάμι και δεν μπορώ να περάσω τον εαυτό μου».

Δεν είπε τίποτα παραπάνω, μόνο συνέχισε να γυρίζει τη μανιβέλα και ν’ ακούει το δίσκο.

Ρίτσαρντ Καπισίνσκι: Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου. Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2009

Τέτοιες μέρες, τέτοια λόγια.

Κουράστηκα.

Χόρτασα.

Βαρέθηκα.

Μπούχτισα.

Το ίδιο τραγούδι, την ίδια ιστορία, το ίδιο παραμύθι.

Εάν είναι να πάμε μπροστά -λέμε τώρα- χρειάζεται να αλλάξουμε τον Εθνικό μας Ύμνο.

Και έχω πολλά τραγούδια υπόψη μου.

Advertisements