Posts from the ‘Βιβλία’ Category

Εθνικός Ύμνος

Να περιγράψω το γέρο Ινδιάνο στην έρημο του Μεξικού. Πήγαινα με το αυτοκίνητο και από μακριά είδα κάτι που έμοιαζε με ινδιάνικο καπέλο πεσμένο στην άμμο. Σταμάτησα και πλησίασα. Κάτω από το καπέλο, σ’ έναν ρηχό λάκκο που είχε σκάψει στην άμμο για να προφυλαχτεί από τον άνεμο, καθόταν ένας Ινδιάνος. Είχε μπροστά του ένα ξύλινο γραμμόφωνο με βαθουλωμένο, γδαρμένο χωνί. Ο γέρος γύριζε συνεχώς τη μανιβέλα (φαίνεται το γραμμόφωνο δεν είχε ελατήριο) κι έπαιζε ένα δίσκο -είχε μόνο ένα δίσκο- τόσο γρατζουνισμένο, που δεν είχε μείνει ίχνος από τα αυλάκια του. Από το χωνί έβγαινε ένας βραχνός θόρυβος, τριξίματα και συγκεχυμένα ξέφτια του λατινοαμερικάνικου τραγουδιού «Rio Manzanares dejeme pa-sar»  (Ποταμέ Μανζανάρες άσε με να περάσω). Παρόλο που τον χαιρέτησα και στεκόμουν από πάνω του πολλή ώρα, ο γέρος δεν μου έδινε καμιά σημασία.

«Πατέρα» είπα τελικά «εδώ δεν υπάρχει κανένα ποτάμι».

Ο γέρος σιωπούσε.

«Γιε μου» είπε ύστερα από λίγο «εγώ είμαι το ποτάμι και δεν μπορώ να περάσω τον εαυτό μου».

Δεν είπε τίποτα παραπάνω, μόνο συνέχισε να γυρίζει τη μανιβέλα και ν’ ακούει το δίσκο.

Ρίτσαρντ Καπισίνσκι: Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου. Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2009

Τέτοιες μέρες, τέτοια λόγια.

Κουράστηκα.

Χόρτασα.

Βαρέθηκα.

Μπούχτισα.

Το ίδιο τραγούδι, την ίδια ιστορία, το ίδιο παραμύθι.

Εάν είναι να πάμε μπροστά -λέμε τώρα- χρειάζεται να αλλάξουμε τον Εθνικό μας Ύμνο.

Και έχω πολλά τραγούδια υπόψη μου.

Advertisements

How to make a piece…

«First, deny there is a game. Second, hide the rules from those involved. Third, give them all penalties and no wins. Fourth, remove all goals. Enforce their playing. Inhibit their enjoying. Make them look like but forbit their being players. To make a piece continue to be a piece, permit it to associate only with pieces and deny the existence of players. Never let the pieces find out that there is a game.»

1 Νοέμβρη 1931 (Μέρες Β΄, Γ. Σεφέρης)

Η ζωή είναι τρομερά σκληρή, δείχνει τα δόντια, την ατενίζω όσο μπορώ πιο σιωπηλός να μην την ξαγριέψω. Προσπαθώ να δουλέψω τουλάχιστον για να πείσω τον εαυτό μου, όπως έλεγε εκείνος ο άλλος, πως δεν είμαι το τελευταίο σκουπίδι. Δεν βγαίνει τίποτε μα ούτε και απελπίζομαι.

Ποτέ μου δεν σιχάθηκα περισσότερο τους ανθρώπους που κρίνουν με το τσιμπούκι στο στόμα, παρά σε τέτοιες στιγμές που λες πως η πλάση είναι βουβή. Κι αυτό σημείο εκνευρισμού, γιατί άμα είναι γερά τα νεύρα, μόνο την ιλαρότητα κατορθώνουν να ξυπνήσουν μέσα μου· ας είναι.

… Συλλογίζομαι τον αμέριμνο δικό μας ήλιο που φωτίζει πεύκα, θάλασσα, βουνά, και που δεν γυρεύουν τίποτ’ άλλο παρά να μας παρηγορήσουν· κι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε ανάμεσα στις κακοήθεις δερματικές αρρώστιες της γης, που παίρνουν τον εαυτό τους για άνθρωπο, στα σοβαρά. Κι είναι τόσο ωραίος ο κόσμος και θα ‘χε κανείς τόσο κέφι να πηδήσει λιγάκι και να παίξει με τα δώρα του Θεού. Τίποτα· μας έχει φάει η απέραντη κακομοιριά που βγάζουν όλοι αυτοί οι αναρίθμητοι κακομοίρηδες που γεννούν άλλους τόσους αναρίθμητους κακομοίρηδες, κι έτσι ως τη συντέλεια των αιώνων. Είναι αμαρτία να ‘ναι κανείς υποχρεωμένος να μιλά, όταν ξέρει πως το μόνο φρόνιμο που θα ‘χε να κάνει θα ‘ταν να κλειδώσει το στόμα.

Η φωτιά μου ζεσταίνει τη ράχη. Σου γράφω κα ξεχνώ πόσο ασυναρμολόγητο βρίσκω τον εαυτό μου σε κάθε στιγμή.

Σπάζω την πένα μου σήμερα.

Η ομορφιά του κόσμου

«Ο ουρανός και η γη δεν δείχνουν έλεος και φέρονται στα μυριάδες πράγματα όπως στα αχυρένια σκυλιά.» Tao Te King

Mail που έφτασε πριν από μία εβδομάδα και το παραθέτω ως έχει:

«Κάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.

Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες,
σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.
Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας.
Τώρα τα λέμε μέσω
MSN και Skype.
Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα
του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά
του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.
Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες.
Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο
Playstation.
Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά.
Σήμερα το λέμε και με
SMS.
Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και
ήμασταν χαρούμενοι.
Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που
δεν έχουμε τζιπ… 3000 κυβικών.
Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια.
Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.
Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και… ήμασταν
ευτυχισμένοι.
Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα…
Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για
την τάδε οδό.
Σήμερα μας το λέει ο
navigator.
Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά.
Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και…αρρωσταίνουμε.
Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις
καρδιές μας.
Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και
5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι
καλός, είτε κακός.
Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί-πρωί την Κυριακή για να πάμε στην
εκκλησία.
Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι…μπανάλ. Και γιατί οι παπάδες
γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες.
Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι
ενδιαφέρον να δούμε.
Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.
Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο
τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι.
Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε
μαζί στο τραπέζι ποτέ…
Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό.
Σήμερα είναι μαλακία.
Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη.
Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.
Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη,
σήμερα μας ξεκουφαίνει ο…Μακρόπουλος.
Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή.
Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο.
Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη.
Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο
οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.
Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ
Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους
Power Rangers
και τους
Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να
ξεκοιλιάζουν…τους κακούς.
Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με τον κοπέλα μας σε ένα ταπεινό
δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να
σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά.
Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό. Και
ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.
Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος».
Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει»…
Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσατιζόμαστε αν
αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.
Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας.
Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.
Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο
ευτυχισμένοι!
Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.
Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με
κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό.
Σήμερα…μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του Κολωνακίου.
Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος.
Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.
Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας.
Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.
Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους.
Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.
Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε.
Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.
Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας.
Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα….
Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή….»

Το κείμενο επιδέχεται ικανό αριθμό σχολίων. Αρχικά, ποιος ή ποιοι είναι αυτοί που γράφουν όλα τα ανυπόγραφα κείμενα που περιφέρονται από mail σε mail και αφορούν καταγγελίες για την Coca Cola έως προσωπικές εξομολογήσεις για την ζωή το σύμπαν και τα πάντα; Και όσοι τα προωθούν; Υποθέτω ότι συμφωνούν με τους συγγραφείς, άλλος λίγο άλλος πολύ, και με αυτόν τον τρόπο η πληροφορία μεταδίδεται και απλώνεται παντού. Ο Dawkins ονομάζει παρόμοιου τύπου πληροφορίες memes (μιμίδια) και τα θεωρεί κάτι σαν κοινωνικά γονίδια [πάνω-κάτω… :)].

Πέρα από τον ενοχλητικά νοσταλγικό χαρακτήρα, κάποιος μπορεί να παρατηρήσει μία δυο αδυναμίες, που σχετίζονται με την λογική του κειμένου:

  • η έκφραση «κάθε πέρσι και καλύτερα» τα λέει όλα και με λιγότερες λέξεις (και, κατά συνέπεια…)
  • το ενοχλητικό παρόν δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εξιδανικευμένο παρελθόν

Ως εκ τούτου, οι θέσεις που υποστηρίζονται -κυρίως το γεγονός ότι πρόοδος δεν σημαίνει απαραίτητα ποιότητα ζωής και ευημερία- χάνουν την δύναμή τους, γίνονται αφελείς και ρομαντικές τοποθετήσεις, που με άνεση μπορούν να ποδοπατηθούν από ένα καλοδιαβασμένο συνομιλητή.

Μμμμ… Μικρό μουσικό διάλειμμα και συνεχίζουμε.

Αναρωτιέμαι, υπάρχοντας  στον πλανήτη για αρκετές δεκαετίες σε ποια συμπεράσματα καταλήγουμε; Η εμπειρία ζωής που κουβαλάμε συμπυκνώνεται σε παρατηρήσεις του τύπου «Κάποτε τα τριαντάφυλλα ευωδιάζαν τις αυλές και τους κήπους. Σήμερα τα πάντα έχουν χάσει το άρωμά τους»; Πού επιλέγουμε να ρίξουμε ο βλέμμα; Στην δήθεν χαμένη αθωότητα του χθες ή στο απαιτητικό και προκλητικό σήμερα;

Διαβάζοντας το εξαιρετικό βιβλίο ‘Αχυρένια Σκυλιά: Σκέψεις για τους ανθρώπους και άλλα ζώα’ του John Gray (Εκδόσεις Οκτώ, 2008), ήρθα αντιμέτωπος με δυσάρεστα συμπεράσματα τα οποία θα ήθελα να μοιραστούμε σαν ένα είδος δημιουργικού στοχασμού, δίχως κλάψες και αυτολύπηση. (σελ 142-46)

» Στην ταοϊστική σκέψη η καλή ζωή προκύπτει αυθόρμητα. Η αυθορμησία έχει όμως μεγάλη διαφορά από το να δρούμε απλώς σύμφωνα με τις ενορμήσεις που τυχαίνει να έχουμε. Σε δυτικές παραδόσεις όπως στον ρομαντισμό, η αυθορμησία συνδέεται με την υποκειμενικότητα. Στον ταοϊσμό σημαίνει να δρα κανείς νηφάλια, στην βάση μιας αντικειμενικής θέασης της κατάστασης ενώπιόν του. Ο κοινός άνθρωπος δεν μπορεί να δει τα πράγματα αντικειμενικά, επειδή ο νους του έχει θολώσει από το άγχος να επιτύχει τους στόχους του. Η καθαρή θέαση σημαίνει ότι δεν προβάλλουμε τους στόχους μας στον κόσμο. Δρούμε αυθόρμητα σημαίνει δρούμε σύμφωνα με τις ανάγκες της κατάστασης. Οι Δυτικοί ηθικολόγοι θα ρωτήσουν ποιος είναι ο σκοπός μιας τέτοιας δράσης, όμως για τους ταοϊστές η καλή ζωή δεν έχει σκοπό. Είναι σαν να κολυμπάς σε μια δίνη, αντιδρώντας στα ρεύματα καθώς αυτά έρχονται και παρέρχονται. (…) Από αυτή την άποψη, η ηθική είναι απλώς μια πρακτική δεξιότητα, σαν το ψάρεμα ή το κολύμπι. Πυρήνας της ηθικής δεν είναι η επιλογή ή η συνειδητή επίγνωση, αλλά η δεξιότητα να γνωρίζει κανείς τι να κάνει. Είναι μια δεξιότητα που αποκτάται με την πρακτική και έναν άδειο νου. (…) Λίγοι άνθρωποι ξέρουν να ζουν καλά. Παρατηρώντας το αυτό οι ταοϊστές προσέφευγαν σε άλλα ζώα για να διδαχτούν την καλή ζωή. Τα άγρια ζώα ξέρουν πώς να ζουν. Δεν χρειάζεται να σκέφτονται ή να επιλέγουν. Παύουν να ζουν φυσικά όταν οι άνθρωποι τα φυλακίζουν. (…) Αν οι άνθρωποι διαφέρουν από άλλα ζώα, αυτή η διαφορά έγκειται εν μέρει στην σύγκρουση των ενστίκτων τους. Λαχταρούν την ασφάλεια, όμως πλήττουν εύκολα. Είναι ζώα που αγαπούν την ειρήνη, αλλά λαχταρούν τη βία. Τους ελκύει η σκέψη, αλλά συγχρόνως μισούν και φοβούνται την αναστάτωση που αυτή επιφέρει. Δεν υπάρχει τρόπος ζωής όπου να μπορούν όλες αυτές οι ανάγκες να ικανοποιηθούν. Ευτυχώς, όπως μαρτυρεί η ιστορία της φιλοσοφίας, οι άνθρωποι έχουν το χάρισμα της αυταπάτης και ευημερούν αγνοώντας τη φύση τους. Η ηθική είναι μια αρρώστια που προσιδιάζει στους ανθρώπους, η καλή ζωή είναι μια εκλέπτυνση των αρετών των ζώων. Καθώς πηγάζει από τη ζωική μας φύση, η ηθική δεν χρειάζεται θεμέλιο. Εξοκέλλει ωστόσο, όταν οι ανάγκες μας αλληλοσυγκρούονται.»

Δείτε μία συνέντευξη του John Gray εδώ.

Και ‘Ναυπηγεία: The British Version’ (προς γνώση και συμμόρφωση)


Η ιστορία

Είμαι ένας αρκετά συνηθισμένος άνθρωπος, λίγο ψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και με καλή σωματική διάπλαση -αλλά δεν είμαι αθλητής ούτε γίγαντας. Εκείνο που είναι διαφορετικό σε μένα είναι η  εσωτερική μου «επίπλωση»: έχει κάποια σχέση με το γεγονός ότι το μυαλό μου δεν έχει τοίχους, πάτωμα και ταβάνι. Τ’ αστέρια διαπερνούν με τις αχτίδες τους αυτή τη λογική, τακτοποιημένη και φυσιολογική κατοικία των σκέψεων. Η θάλασσα, οι αληγείς άνεμοι κι οι μουσώνες κυλούν μέσα από το μυαλό μου, που ανήκει σε μένα και σε κανέναν άλλον. (…)

Έχω στην κατοχή μου μερικά βιβλία, μερικά ξεφτισμένα τετράδια με νότες και τα έγγραφά μου, που πιστοποιούν ότι είμαι ναυτικός. Δεν έχω τίποτε άλλο δικό μου. Αλλά δεν είμαι ποτέ  μόνος, δεν νιώθω ποτέ εγκαταλελειμμένος. Δεν χρειάζεται παρά να αντικρύσω ή να φανταστώ τη θάλασσα, τη στεριά ή τον ουρανό, για να νιώσω πολύ κοντά μου τα πνεύματα -πιο κοντά από κάθε φίλο ή συγγενή, πιο ζεστά από κάθε ερωμένη. Όπως είπα, δεν είναι αίσθημα, δεν είναι όνειρο, δεν είναι έκσταση. Βλέπω τα πνέυματα με την συνείδησή μου σε πλήρη εγρήγορση, με απόλυτη πνευματική διαύγεια κι ηρεμία. Τα βλέπω ζώντας μια κατάσταση απόλυτης νηφαλιότητας. (…)

Για μένα, μία τεράστια, συγκεντρωτική, δημιουργική πνευματική δύναμη, που συντηρεί τα πάντα, κρατάει στη θέση τους μέσα στο άπειρο τους πλανήτες, τη γη και τ’ άστρα. Την ίδια πνευματική δύναμη αισθάνομαι κι εντός μου, στην πιο μύχια συνείδησή μου, στην αναπνοή μου -στο πιο ιδιαίτερο, μισοσυνειδητό Εγώ μου. Είναι η ίδια άπειρη, κοσμική πνευματική δύναμη που ζει στον γαλαξία και τον κρατάει σταθερό, η ίδια δύναμη που κυβερνάει την πραγματικότητα της ύπαρξής μου. Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πιο κτηνώδεις και ποταπούς, συναντώ το ίδιο καταπιεσμένο, ασυνειδητοποίητο, κακοποιημένο, αλλά ωστόσο ζωντανό πνεύμα. Σ’ όλα τα ζώα, σ’ όλα τα φυτά, στον άνεμο, στη θάλασσα, στα βουνά -παντού υπάρχει αυτή η δύναμη, από το μικρότερο χορταράκι ως τ’ αμέτρητα άστρα του γαλαξία, από το εσωτερικό των ατόμων ως τα βάθη της  θάλασσας και το άπειρο του διαστήματος. (…)

Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να καταλάβω ότι ήμουν μόνος με τα όσα έβλεπαν τα μάτια του εσώτερου είναι μου. Μόνον όταν ενηλικιώθηκα έμαθα να σωπαίνω για αυτά, να τα κρατάω για τον εαυτό μου, για να μην με περιγελάσουν οι άλλοι.

Αλλά δεν βρίσκομαι πάντα σ’ αυτή την κατάσταση αφύσικης εγρήγορσης, νηφαλιότητας και πνευματικής διαύγειας. Υπάρχουν καιροί που το μυαλό μου κλείνει, που ο εγκεφαλικός φλοιός μου αποτελεί έναν ανένδοτο κι αξεπέραστο φραγμό, τόσο στεγανό ώστε ούτε καν τα πνεύματα κι οι σκέψεις δεν μπορούν να τον διαπεράσουν. Είναι οι φάσεις όπου νιώθω γύρω μου σκοτάδι και σύγχυση, όπου δεν μπορώ να διακρίνω κανένα νόημα στη ζωή και στον κόσμο. Για μένα, που είμαι συνηθισμένος να βλέπω μια συνάφεια ανάμεσα σ’ όλα τα πράγματα, να βλέπω σ’ όλα μια ξεκάθαρη, χρυσή σημασία, αυτές οι φάσεις της σύγχυσης και της έλλειψης νοήματος δύσκολα υπομένονται. Με γεμίζουν απόγνωση κι ανημπόρια. Ναι, την ξέρω αυτή τη ζοφερή κατάσταση. Αλλά είναι μια εξαίρεση, μια κατάσταση που την προξενεί η αδυναμία κι η κούραση, όταν η σκέψη χάνει τη δύναμή της και το κορμί τη σβελτάδα του. Στην μυθολογική ακόμα ιατρική του περασμένου αιώνα, του δέκατου όγδοου, θα έλεγε κανείς ότι αυτό το σκοτείνιασμα, μελαγχολία και η αφασία του πνεύματος οφείλονται στο γεγονός ότι δηλητηριασμένοι χυμοί και σάπιες αναθυμιάσεις ποτίζουν τα νεύρα και τον εγκέφαλο. Αλλά μια τέτοια περίοδο απόγνωσης τη διαδέχεται πάντα μια καινούρια αφύπνιση και μια βαθιά ανανέωση. (…)

Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμα κι εκείνοι που τους ξενίζει η εμπειρία μου για την καθαρά πνευματική φύση του σύμπαντος, θα συμφωνήσουν σίγουρα μαζί μου ποιος είναι ο σκοπός της ανθρωπότητας: είναι να μοιραστούμε όλοι οι άνθρωποι αυτόν τον πλανήτη αδελφικά ανάμεσά μας, ν’ αξιοποιήσουμε τους θησαυρούς της γης ζώντας αρμονικά, δίκαια και ελεύθερα. Κι ο δρόμος που οδηγεί εκεί είναι ο δρόμος της ελευθερίας, ο δρόμος της δικής μας επιλογής. Φυσικά, όταν επιλέγεις κάτι σημαίνει ότι αφήνεις κάτι άλλο. Η επιλογή σημαίνει μοναξιά κι η ελευθερία σημαίνει, επίσης, ελευθερία να κάνεις το κακό. Η απελευθέρωση της ανθρωπότητας πρέπει να είναι έργο της ίδιας της ανθρωπότητας. (…)

Αυτό είναι η ιστορία: είναι ο δρόμος της ελευθερίας, κι αυτό τον δρόμο τον πορευόμαστε ελεύθερα, είτε την θέλουμε την ελευθερία είτε όχι. Η πορεία θα είναι γεμάτη ψεύτικους αρχηγούς και σκάρτους καθοδηγητές, γεμάτη λαοπλάνους και ψευτοπροφήτες, κι εμείς έχουμε την ελευθερία να διαλέξουμε για λυτρωτές μας ενσαρκώσεις του Κακού, την ελευθερία να τους προσκυνάμε και να τους ακολουθούμε, όπως κι αυτοί έχουν την ελευθερία να μας παραπλανούν.  Όμως αυτός ο ζοφερός, αιματηρός δρόμος της ελευθερίας είναι ο δρόμος της συνάντησης της ανθρωπότητας με τον εαυτό της.

Η ίδια πνευματική δύναμη που υπάρχει παντού και διατηρεί τα πάντα, που σηκώνει ήλιους του γαλαξία και το δικό μας, μικρό ηλιακό σύστημα, που διαπερνά κάθε όστρακο στα βάθη της θάλασσας, που πλημμυρίζει κάθε σπουργίτι με ζωή, που κάνει τον καρχαρία ανήσυχο, πεινασμένο και αδηφάγο, που έδωσε στο αρνί μια φοβισμένη και ειρηνική ψυχή, η ίδια πνευματική δύναμη που κάνει ένα ηφαίστειο να εκρήγνυται και που εξαπολύει ένα κυκλώνα, η ίδια αυτή δύναμη φωλιάζει και στο εσωτερικό του ανθρώπου. Κατακλύζει την ψυχή του ανθρώπου μ’ όνειρα και οράματα, κάνει την ενάτη συμφωνία να γεννηθεί στην παλλόμενη ψυχή του Μπετόβεν, στον τρικυμισμένο νου του. Μας τρέφει με λαγαρές, γεμάτες σημασία εικόνες και σκέψεις και φωλιάζει στο πιο μύχιο, στο πιο κρυμμένο, εσώτατο Εγώ μας, σ’ αυτό το μυστηριώδες, ασύνειδο πνευματικό κέντρο, στο αθάνατο κομμάτι του ανθρώπου. Στο απάνεμο μάτι του τυφώνα. Ακόμα και για τη ζωή του μεμονωμένου ατόμου, υπάρχει ένας δρόμος: ο ίδιος δρόμος μ’ εκείνον της ανθρωπότητας. Είναι η  συνάντηση του κάθε ξεχωριστού ανθρώπου με τον εαυτό του, με το ενδόμυχο, πνευματικό Εγώ του, με το γαλήνιο κέντρο του κυκλώνα που λυσσομανάει μέσα του. (…)

Ό,τι είναι αθάνατο στον άνθρωπο, αλλάζει συνεχώς κατοικία ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. (…) Και στο άστρο που κατοικούμε υπάρχουν  εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι που συμμερίζονται αυτή την ιδέα. Βέβαια, είναι άνθρωποι μ’ αλλιώτικο χρώμα δέρματος από το δικό μας το λευκό. Είναι κίτρινοι, μαύροι, καφετιοί και λαδόχρωμοι και ζουν σ’ άλλα μέρη του κόσμου. Για μένα, τον ναυτικό, που πάντα ταξιδεύει κι έχει για πατρίδα του ολόκληρο τον στρογγυλό πλανήτη μας, αυτό δεν είναι αλλόκοτο και δεν δίνω μεγάλη σημασία στις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν περιφρονώ τις ψυχές των φυλών που σήμερα τους έχουν αρπάξει τις χώρες τους και που δεν τρώνε παρά τα ψίχουμα που πέφτουν από το τραπέζι του λευκού ανθρώπου.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Jens Bjorneboe «Καρχαρίες». Εκδόσεις Μέδουσα 1987, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ.

Η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό

«Η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό. Όσο περισσότερη έχεις, τόσο λιγότερο ενήμερος είσαι για το πώς επηρεάζει αρνητικά τους άλλους.

Θυμήσου έναν αυστηρό δάσκαλο που σε τρομοκρατούσε όταν ήσουν παιδί. Μερικοί δάσκαλοι είναι ενήμεροι της ισχύος τους και χρησιμοποιούν τη δύναμή τους απέναντι στα παιδιά θετικά. Άλλοι την αγνοούν. Όταν πειθαρχούν τα παιδιά, τα τρομοκρατούν δίχως να τους διδάσκουν το παραμικρό. Ο τρόπος που χρησιμοποιούν την ισχύ τους, τους κάνει άχαρους και απρόσιτους.

Όλοι διαθέτουμε κάποια μορφή ισχύος. Η συμπεριφορά μας υποδεικνύει το πόσο συνειδητοί είμαστε αυτής της ισχύος. Όταν χρησιμοποιούμε την ισχύ μας απερίσκεπτα, η επικοινωνία συγχέεται και αναπτύσσονται χρόνια προβλήματα στις σκέψεις.

Άνθρωποι με μόρφωση συχνά υποθέτουν πως όσοι είναι λιγότερο μορφωμένοι και έχουν λιγότερη εμπειρία είναι χαζοί και ανώριμοι. Στους ψυχολογικούς και πνευματικούς κύκλους, οι πιο έμπειροι θεωρούν τους αρχάριους ως λιγότερο αναπτυγμένους, αδαείς, αφελείς και μειωμένης αξίας. Η ισχύς μας δεν μας επιτρέπει να διακρίνουμε την αξία των άλλων ανθρώπων.

Σκεφτείτε τους λευκούς στις Δυτικές χώρες. Ξεχνούν την ύπαρξη ανθρώπων μη-λευκών, όχι μόνο λόγω ρατσισμού, αλλά επειδή τα εκπαιδευτικά συστήματα είναι εντελώς ευρωκεντρικά. Παγκοσμίως, εμείς οι άντρες δεν είμαστε συνειδητοί του ότι αναιρούμε τις γυναίκες, με τον ίδιο τρόπο που οι ετεροφυλόφιλοι συμπεριφέρονται σαν οι ομοφυλόφιλοι να είναι αόρατοι. Όσες έχουν καλή υγεία δεν μπορούν να κατανοήσουν τις ανάγκες αυτών που έχουν προβλήματα υγείας. Οι γονείς σκέφτονται ότι τα παιδιά τους περνάνε τις «φάσεις» τους. Ο πολιτισμός, μας διδάσκει και μας καθυποβάλει αυτές τις συμπεριφορές.

Η ισχύς μας, δεν διακρίνεται στον καθρέφτη. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ λεπτής και δυσδιάκριτης ψυχικής κατάστασης. Αν ανήκεις στην πιο ευνοημένη ομάδα της κουλτούρας σου, φαντάζεσαι ότι εσύ είσαι φυσιολογικός και όσοι δεν σου μοιάζουν είναι περιθωριακοί. Αγνοείς το ρόλο που ανήκει στην κοινωνική σου τάξη και απαρνιέσαι τις ασχήμιες του παρελθόντος.

Η ισχύς διακρίνεται με αμέτρητους τρόπους, με το να αισθανόμαστε αυτοπεποίθηση για παράδειγμα. Η υποσυνείδητη επίδραση της ισχύος διαμορφώνει το πώς αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους. Η υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν προέρχεται μόνο από τους δασκάλους μας, την οικογένεια ή την υποκουλτούρα μας. Εφόσον όλες αυτές οι πηγές συνδέονται με το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα, η αίσθησή μας σε ό,τι αφορά την αξία μας και την αξία των άλλων απορρέουν από τον κόσμο ολόκληρο. Η κουλτούρα του κυρίαρχου ρεύματος λειτουργεί συγκεκαλυμένα. Ενσωματώνεται στη σκέψη μας, τα συναισθήματά μας, ακόμη και στα όνειρά μας.

Το να νιώθουμε ασφαλείς και φροντισμένοι είναι ένδειξη ψυχολογικής ισχύος. Μπορεί να αναρωτιέσαι, «μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι με το αίσθημα κατωτερότητας, γιατί είναι τόσο ανασφαλείς;». Ξεχνάμε εκείνες τις τρομακτικές στιγμές, όπου δεν υπήρχε κανείς να μας φροντίσει, ούτε σύντροφος, ούτε οι φίλοι, ούτε καν οι θεοί.

Η ψυχολογική ισχύς είναι ένα ναρκωτικό που καταστέλει την ενημερότητά μας για τον πόνο των άλλων ανθρώπων και μας ενθαρρύνει να τους υποτιμάμε και να τους βλέπουμε απλά σαν «θύματα». Μας δίνει την δυνατότητα να φανταζόμαστε ότι είμαστε υπεράνω των προβλημάτων των άλλων ανθρώπων: είμαστε υπεράνω όλων, απόμακροι στα προβλήματα αυτών που μειονεκτούν. Τα εγώ μας, μας απομονώνουν. Ακόμα και εάν έχουμε υποφέρει από την καταπίεση στο παρελθόν, δεν επιδεικνύουμε την παραμικρή προθυμία, προκειμένου να βοηθήσουμε, ώστε να μετριασθεί η καταπίεση στο παρόν. Επιμένουμε, περιμένοντας οι άλλοι να έρθουν στη θέση μας, αντί να προεκτείνουμε τους εαυτούς μας για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε.

Όπως έχω πει, η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό που μας επιτρέπει να νιώθουμε καλά. Ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε υπό την επήρεια του. Όπως η ηρωίνη, χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο για να νιώθουμε καλά. Κλέβουμε από την ευημερία των άλλων και το περιβάλλον, για να υποστηρίζουμε την συνήθειά μας. Στο τέλος, οι άλλοι δεν μπορούν πια να μας ανεχθούν και εξεγείρονται.

Σαν παιδιά υπερβήκαμε την ισχύ και επίσης την υπερβαίνουμε κάθε φορά που βρισκόμαστε κοντά στο θάνατο. Κατά περιόδους βιώνουμε άλλες υπερβατικές και υπερ-ατομικές εμπειρίες. Αυτές μας χαρίζουν πνευματική ισχύ, είναι μια δύναμη ανεξάρτητη από την κουλτούρα, την οικογένεια και τον κόσμο. Χρησιμοποιώντας αυτή τη δύναμη ασυνείδητα, είτε αγνοούμε είτε περιθωριοποιούμε την δυστυχία των άλλων. Οι άνθρωποι που εισέρχονται με ευκολία σε υπερβατικές εμπειρίες ενδέχεται να γίνουν ελιτιστές. Είναι εύκολο να ξεχνούμε την ύπαρξη ισχύος μέσα στα πλαίσια των θρησκευτικών δογμάτων και των πνευματικών πρακτικών. Νομίζουμε ότι ακολουθούμε τον δρόμο της αγάπης. Σε πολλές θρησκείες η ειρήνη αξιολογείται τόσο θετικά, ώστε οι πιστοί της ενδέχεται να αγνοούν τις συγκρούσεις που προκαλούνται κάθε φορά που επικρατεί η άποψη ότι οι άλλοι είναι λιγότερο πνευματικοί.

Ο στόχος της Δουλειάς με τον κόσμο δεν είναι η υπέρβαση της ισχύος, αλλά η παρατήρηση και η επικοδομητική χρήση της.»

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Arnold Mindell  Μέσα στην φωτιά, εκδόσεις Γραφές 2002) 

Και έσωσα το παιδί

Το μονοπάτι του Απόλλωνα

Ήξερα αυτό που είχε πει ο θεός.

Κάλυψα τα μάτια μου με τα χέρια μου.

Όμως, υπάρχουν πράγματα που κάνουμε όχι για χάρη των θεών

αλλά για άλλους ανθρώπους…

Στην θέα της ματιάς του βρέφους

ένιωσα καθηλωμένος, επιλεγμένος, μαγεμένος.

Γνώριζα αυτό που είχε πει το μαντείο.

Και έσωσα το παιδί.

 

Gjertrud Schnackenberg, The Throne of Labdacus 

Ο βοσκός, σώζει τον Οιδίποδα και επιλέγει τι είναι καλό για την παρούσα στιγμή, ενάντια στις φρίκες μιας παρελθούσας υπόσχεσης ή μιας μέλλουσας πιθανότητας.

Κατηγορούμε τον Οιδίποδα ή τους θεούς, επειδή πρέπει να κατηγορήσουμε κάποιον, επειδή δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την ιδέα ενός κόσμου τόσο ολοκληρωτικά αφοσιωμένου στον κανόνα του αποκαμωτικού τυχαίου συμβάντος, στην απλή «συσσώρευση συνεπειών και επιπτώσεων». Μπορούμε να αντέξουμε την ιδέα της τύχης σε κάθε είδους πράγματα, μεγάλα και μικρά, όμως εδώ, όπου αυτά που συσσωρεύονται είναι φόνος, αιμομιξία, τύφλωση και αυτοκτονία, χρειαζόμαστε μία ιστορία, και αν όλα είναι ένα ατύχημα, αν κανείς δεν παραδέχεται ότι είχε την πρόθεση να κάνει οτιδήποτε, τότε απλώς δεν υπάρχει ιστορία. Κι ωστόσο, η απόδοση κατηγορίας δεν δείχνει να είναι η σωστή ιστορία. Και πεπρωμένο και θυσία και τιμωρία ανήκουν σε έναν κόσμο, όπου οι χάρτες είναι πιο ξεκάθαροι και οι προθέσεις μπορούν να συνδεθούν σταθερά με τις πράξεις. «Ποια είναι τα πράγματα αυτά», ρωτά η Schnackenberg,

Ποια είναι τα πράγματα αυτά, που μήτε οι θεοί δεν μπορούν να διορθώσουν;

Ποιοι είναι αυτοί οι θεοί, που τέτοια πράγματα δεν μπορούν να διορθώσουν;

Μέσα σε αυτό το νοηματικό πλαίσιο, η διάσωση ενός παιδιού και ο ισχυρισμός ότι σώθηκε το παιδί, η προθυμία αποδοχής της πράξης και της λεκτικής επανάληψής της, θα μπορούσε να είναι η μία και μόνη σαφής και αναμφίλεκτη χειρονομία στην όλη ιστορία, και ούτε η φρικαλέα πλοκή ούτε ο χλευασμός του θεού μπορούν να θολώσουν την ηθική διαύγεια της επιλογής του βοσκού, ο οποίος υποκύπτει σε αυτό που ο Μπρεχτ, αναφερόμενος στον γλιτωμό ενός άλλου παιδιού, ονόμασε ως «τον τρομερό πειρασμό της καλοσύνης»

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Michael Wood Ο Δρόμος για τους Δελφούς, εκδόσεις Κέδρος, 2006)