Posts from the ‘Uncategorized’ Category

Η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό

«Η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό. Όσο περισσότερη έχεις, τόσο λιγότερο ενήμερος είσαι για το πώς επηρεάζει αρνητικά τους άλλους.

Θυμήσου έναν αυστηρό δάσκαλο που σε τρομοκρατούσε όταν ήσουν παιδί. Μερικοί δάσκαλοι είναι ενήμεροι της ισχύος τους και χρησιμοποιούν τη δύναμή τους απέναντι στα παιδιά θετικά. Άλλοι την αγνοούν. Όταν πειθαρχούν τα παιδιά, τα τρομοκρατούν δίχως να τους διδάσκουν το παραμικρό. Ο τρόπος που χρησιμοποιούν την ισχύ τους, τους κάνει άχαρους και απρόσιτους.

Όλοι διαθέτουμε κάποια μορφή ισχύος. Η συμπεριφορά μας υποδεικνύει το πόσο συνειδητοί είμαστε αυτής της ισχύος. Όταν χρησιμοποιούμε την ισχύ μας απερίσκεπτα, η επικοινωνία συγχέεται και αναπτύσσονται χρόνια προβλήματα στις σκέψεις.

Άνθρωποι με μόρφωση συχνά υποθέτουν πως όσοι είναι λιγότερο μορφωμένοι και έχουν λιγότερη εμπειρία είναι χαζοί και ανώριμοι. Στους ψυχολογικούς και πνευματικούς κύκλους, οι πιο έμπειροι θεωρούν τους αρχάριους ως λιγότερο αναπτυγμένους, αδαείς, αφελείς και μειωμένης αξίας. Η ισχύς μας δεν μας επιτρέπει να διακρίνουμε την αξία των άλλων ανθρώπων.

Σκεφτείτε τους λευκούς στις Δυτικές χώρες. Ξεχνούν την ύπαρξη ανθρώπων μη-λευκών, όχι μόνο λόγω ρατσισμού, αλλά επειδή τα εκπαιδευτικά συστήματα είναι εντελώς ευρωκεντρικά. Παγκοσμίως, εμείς οι άντρες δεν είμαστε συνειδητοί του ότι αναιρούμε τις γυναίκες, με τον ίδιο τρόπο που οι ετεροφυλόφιλοι συμπεριφέρονται σαν οι ομοφυλόφιλοι να είναι αόρατοι. Όσες έχουν καλή υγεία δεν μπορούν να κατανοήσουν τις ανάγκες αυτών που έχουν προβλήματα υγείας. Οι γονείς σκέφτονται ότι τα παιδιά τους περνάνε τις «φάσεις» τους. Ο πολιτισμός, μας διδάσκει και μας καθυποβάλει αυτές τις συμπεριφορές.

Η ισχύς μας, δεν διακρίνεται στον καθρέφτη. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ λεπτής και δυσδιάκριτης ψυχικής κατάστασης. Αν ανήκεις στην πιο ευνοημένη ομάδα της κουλτούρας σου, φαντάζεσαι ότι εσύ είσαι φυσιολογικός και όσοι δεν σου μοιάζουν είναι περιθωριακοί. Αγνοείς το ρόλο που ανήκει στην κοινωνική σου τάξη και απαρνιέσαι τις ασχήμιες του παρελθόντος.

Η ισχύς διακρίνεται με αμέτρητους τρόπους, με το να αισθανόμαστε αυτοπεποίθηση για παράδειγμα. Η υποσυνείδητη επίδραση της ισχύος διαμορφώνει το πώς αισθανόμαστε για τον εαυτό μας και τους άλλους. Η υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση δεν προέρχεται μόνο από τους δασκάλους μας, την οικογένεια ή την υποκουλτούρα μας. Εφόσον όλες αυτές οι πηγές συνδέονται με το κυρίαρχο κοινωνικό ρεύμα, η αίσθησή μας σε ό,τι αφορά την αξία μας και την αξία των άλλων απορρέουν από τον κόσμο ολόκληρο. Η κουλτούρα του κυρίαρχου ρεύματος λειτουργεί συγκεκαλυμένα. Ενσωματώνεται στη σκέψη μας, τα συναισθήματά μας, ακόμη και στα όνειρά μας.

Το να νιώθουμε ασφαλείς και φροντισμένοι είναι ένδειξη ψυχολογικής ισχύος. Μπορεί να αναρωτιέσαι, «μα όλοι αυτοί οι άνθρωποι με το αίσθημα κατωτερότητας, γιατί είναι τόσο ανασφαλείς;». Ξεχνάμε εκείνες τις τρομακτικές στιγμές, όπου δεν υπήρχε κανείς να μας φροντίσει, ούτε σύντροφος, ούτε οι φίλοι, ούτε καν οι θεοί.

Η ψυχολογική ισχύς είναι ένα ναρκωτικό που καταστέλει την ενημερότητά μας για τον πόνο των άλλων ανθρώπων και μας ενθαρρύνει να τους υποτιμάμε και να τους βλέπουμε απλά σαν «θύματα». Μας δίνει την δυνατότητα να φανταζόμαστε ότι είμαστε υπεράνω των προβλημάτων των άλλων ανθρώπων: είμαστε υπεράνω όλων, απόμακροι στα προβλήματα αυτών που μειονεκτούν. Τα εγώ μας, μας απομονώνουν. Ακόμα και εάν έχουμε υποφέρει από την καταπίεση στο παρελθόν, δεν επιδεικνύουμε την παραμικρή προθυμία, προκειμένου να βοηθήσουμε, ώστε να μετριασθεί η καταπίεση στο παρόν. Επιμένουμε, περιμένοντας οι άλλοι να έρθουν στη θέση μας, αντί να προεκτείνουμε τους εαυτούς μας για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε.

Όπως έχω πει, η ισχύς είναι ένα ναρκωτικό που μας επιτρέπει να νιώθουμε καλά. Ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε υπό την επήρεια του. Όπως η ηρωίνη, χρειαζόμαστε όλο και περισσότερο για να νιώθουμε καλά. Κλέβουμε από την ευημερία των άλλων και το περιβάλλον, για να υποστηρίζουμε την συνήθειά μας. Στο τέλος, οι άλλοι δεν μπορούν πια να μας ανεχθούν και εξεγείρονται.

Σαν παιδιά υπερβήκαμε την ισχύ και επίσης την υπερβαίνουμε κάθε φορά που βρισκόμαστε κοντά στο θάνατο. Κατά περιόδους βιώνουμε άλλες υπερβατικές και υπερ-ατομικές εμπειρίες. Αυτές μας χαρίζουν πνευματική ισχύ, είναι μια δύναμη ανεξάρτητη από την κουλτούρα, την οικογένεια και τον κόσμο. Χρησιμοποιώντας αυτή τη δύναμη ασυνείδητα, είτε αγνοούμε είτε περιθωριοποιούμε την δυστυχία των άλλων. Οι άνθρωποι που εισέρχονται με ευκολία σε υπερβατικές εμπειρίες ενδέχεται να γίνουν ελιτιστές. Είναι εύκολο να ξεχνούμε την ύπαρξη ισχύος μέσα στα πλαίσια των θρησκευτικών δογμάτων και των πνευματικών πρακτικών. Νομίζουμε ότι ακολουθούμε τον δρόμο της αγάπης. Σε πολλές θρησκείες η ειρήνη αξιολογείται τόσο θετικά, ώστε οι πιστοί της ενδέχεται να αγνοούν τις συγκρούσεις που προκαλούνται κάθε φορά που επικρατεί η άποψη ότι οι άλλοι είναι λιγότερο πνευματικοί.

Ο στόχος της Δουλειάς με τον κόσμο δεν είναι η υπέρβαση της ισχύος, αλλά η παρατήρηση και η επικοδομητική χρήση της.»

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Arnold Mindell  Μέσα στην φωτιά, εκδόσεις Γραφές 2002) 

«Μαλακά» και «Σκληρά»

(κείμενο και φωτό αντιγράφηκαν ως έχουν)
«Μαλακά» και «σκληρά»

Η ξαφνική αναζωπύρωση της συζήτησης περί ναρκωτικών στον κύκλο των ειδημόνων που δίνουν ραντεβού για τις αψιμαχίες τους στα τηλεοπτικά πλατό διήρκεσε λιγότερο απ’ όσο χρειάζεται μια Τσιγγάνα για να διαβάσει το μέλλον στα τραπουλόχαρτα. Αν εξαιρέσουμε μια δυο ρωμαλέες φωνές αντίστασης, οι εμπειρογνώμονες ξόδεψαν όλα τους τα ρητορικά αποθέματα γύρω απ’ το απατηλό ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον τα λεγόμενα «μαλακά» ναρκωτικά οδηγούν, απαρεγκλίτως και αναπόφευκτα, στα «σκληρά». Εννέα στους δέκα προσυπέγραψαν την αστυνομική άποψη ότι, ναι, η χρήση κάνναβης, για παράδειγμα, σπρώχνει τον χρήστη σε όλο και πιο ριψοκίνδυνες μορφές μαστούρας, όπου κάποτε θα μονομαχήσει με τον θάνατο.

Δύο στρατόπεδα, λοιπόν, ως συνήθως, αναμετριούνται στο έδαφος ενός παραπλανητικού διλήμματος και το δίλημμα, ως τέτοιο, δηλαδή πλαστό, εξάπτει τις σφυγμομετρήσεις. Το 80% των ερωτηθέντων, επιστήμονες και νοικοκυρές, οδηγοί λεωφορείων και μαθήτριες του κολεγίου, μέχρι κι ένα ταλαίπωρο, μετανοημένο τζάνκι, περιγράφουν το χασίσι σαν προθάλαμο της μοιραίας αιχμαλωσίας του υποκειμένου στην ηρωίνη, ενώ το υπόλοιπο 20% αποστασιοποιείται, ενδεχομένως για λόγους ευθυγράμμισης με τον υγιή αριστερό φιλελευθερισμό. Και κανείς, αλλά κυριολεκτικά κανείς, δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί ότι η απάντηση, απλούστατα, ίσως τίθεται και εδώ, όπως και παντού, με τους όρους μιας τρίτης σκοπιάς, η οποία προβληματίζεται για τα αίτια αντί των συμπτωμάτων. Εννοείται πως αυτό θα σήμαινε υποχρεωτική ξενάγηση στους δαιδάλους του ψυχισμού. Για την τηλεόραση, κάθε τέτοια προοπτική εισόδου στα άδυτα των αδύτων ακυρώνεται εξ υποθέσεως.

Ετσι απομένει σε αναρμόδιους, όπως εγώ, να υπογραμμίσουμε το πασιφανές, δηλαδή το γεγονός ότι οι πιθανότητες να αγκυροβολήσει κανείς στην ηρωίνη είναι ολότελα ανεξάρτητες απ’ τους «προθαλάμους», τις «μαλακές ουσίες», τα «ορεκτικά» κ.λπ., και αφορούν αποκλειστικά τις ψυχικές προδιαθέσεις κάθε προσώπου, ένα ομολογουμένως πολύ περίπλοκο μόρφωμα ενοχικών ανακλαστικών, αυτοκαταστροφής, κλίσης στην αναζήτηση υποκατάστατων μητρότητας, πρωταρχικών τραυματικών εγγραφών που ενεργοποιούνται συν, βεβαίως, την κακορίζικη επιθυμία του εγώ να απομονωθεί αεροστεγώς, καταργώντας κάθε επικοινωνία με το ασυνείδητο και το συμβολικό σύστημα εν γένει.

Ασχετα λοιπόν με το πόσο σύνθετο είναι το τοπίο της παθολογίας κάθε ανθρώπου και άσχετα απ’ τις ιδιοσυγκρασιακές ποικιλίες των ουσιών, παραμένει φανερό ότι η ροπή στις απολαύσεις και τις κατάρες των ναρκωτικών, περιλαμβανομένων του αλκοόλ και της νικοτίνης, οργανώνεται σαν μια απάντηση του υποκειμένου στον δυσαρμονικό χαρακτήρα εκκρεμοτήτων που προϋπήρχαν του εθισμού. Μ’ άλλα λόγια, το αν ο εκάστοτε συγκεκριμένος χρήστης θα παγιδευθεί ή όχι στα οπιούχα είναι κάτι που συνδέεται ελάχιστα ή καθόλου με την προκαταρκτική του θητεία στο χασίς ή στα βαρβιτουρικά ή στα ψυχεδελικά, ενώ αποφασίζεται -φως φανάρι- απ’ τις ιδιαιτερότητες της στάσης του απέναντι, αν μη τι άλλο, στη λειτουργία των ασυνείδητων φαντασιώσεων.

Εν πάση περιπτώσει, η επιθυμία να αποκοπεί κανείς απ’ τον έλλογο κόσμο, η οποία μεσουρανεί στο περιβάλλον της ηρωίνης, δεν διδάσκεται όπως ας πούμε η συναρμολόγηση ανεμοπτέρων ή το τένις, η δε αξιοπιστία της άποψης ότι «τρώγοντας έρχεται η όρεξη» μου φαινόταν ανέκαθεν μηδενική. Ισχύει απεναντίας ότι, πολύ πριν εμφανιστεί το αντικείμενο της βουλιμικής ενόρμησης, συνεπώς και της εξάρτησης, έχουν διαμορφωθεί από το γονεϊκό περιβάλλον ανθρώπινα όντα ικανά να τραφούν και να χορτάσουν ή, αντίθετα, καταδικασμένα να δοκιμάσουν με την άκρη της γλώσσας για να διαπιστώσουν ότι η όρεξή τους αποχαλινώθηκε. Το πλήθος των ανθρώπων που έκαναν χρήση χασίς χρόνια δίχως καν να διανοηθούν να υιοθετήσουν το λάιφσταϊλ της πρέζας συνηγορεί στο συμπέρασμα ότι, κακά τα ψέματα, εάν χιλιάδες άλλων αποτόλμησαν το βήμα, πάντως δεν έφταιγε το χασίς.1

Οσο για την έξωθεν καλή μαρτυρία των «μαλακών» ουσιών, θα ήθελα να τραβήξω την προσοχή του αναγνώστη σ’ αυτό που ονομάζω «αρχή των σκεπτικών»: οι σκεπτικοί φιλόσοφοι έλεγαν ότι ένα ρεύμα δροσερού αέρα προκαλεί σ’ έναν νεαρό ευχαρίστηση, όμως το ίδιο ρεύμα προκαλεί σ’ έναν ηλικιωμένο ρίγη. Νομίζω ότι ο κανόνας αυτός δικαιούται καθολικής εφαρμογής. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα ότι το ταξίδι, οι φιλίες, το ποτό, μια ερωτική συνάντηση, ένα ακριβό δώρο, με δυο λόγια οτιδήποτε θεωρείται ευεργετικό, κάνει τον άνθρωπο να νιώθει καλύτερα αν είναι ήδη ψυχικά υγιής και ευδιάθετος, ενώ τον κάνει να νιώθει πολύ χειρότερα αν είναι άρρωστος. Γιατί; Είναι δύσκολο να αποφανθούμε· ίσως επειδή υποχρεώνει τον μηχανισμό αδράνειας, μέσα στο υποκείμενο, να αντιδιασταλεί μαχητικά προς το πλεονέκτημα του προσφερόμενου αγαθού. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο λόγος που η παρηγοριά λειτουργεί με τόσο αποκαρδιωτικά επακόλουθα: στην πράξη, αποδεικνύεται σοφότερο το να διανύεις τον κύκλο της κατάθλιψης μόνος σου και χωρίς τη σκηνοθεσία αντιπερισπασμών.

Δεν εξαιρούνται οι ήπιες ψυχοτρόποι ουσίες. Επιδρούν θετικά όταν το υποκείμενο είναι ψυχικά ακμαίο και αρνητικά όταν αυτό πάσχει· συνεπώς η άποψη ότι, φέρ’ ειπείν, το χασίς αποτελεί μονόδρομο προς την ευεξία διαψεύδεται: σε πολλούς, αναλόγως των συγκυριών, οι ίδιες ουσίες πυροδοτούν αγχώδεις διαταραχές, καχύποπτη εσωστρέφεια ή απελπισία. Αυτό αληθεύει πιθανόν για όλα τα αντικείμενα, όλες τις καταστάσεις και εμπειρίες, και εντέλει, αν το πάμε στα άκρα, για την ίδια την πραγματικότητα συνολικά, εφόσον η πραγματικότητα κατέληξε σε μεγάλο βαθμό ψευδαισθησιακή. Μεταξύ μας, τι άλλο είναι η αυξανόμενη δυσθυμία της κοινωνίας αν όχι ένα είδος hangover; Τι άλλο είναι η ανία της σύγχρονης μεγαλούπολης αν όχι η ομίχλη που καλύπτει την ψυχή αμέσως μετά το «ανέβασμα» του τηλεοπτικού πυρετού; Είμαστε εθισμένοι σε μια διαρκή, συλλογική προσομοίωση της παλιάς ζωτικότητας και, ήδη, κάποιες σπάνιες αστραπές αυθεντικής ευτυχίας αντιμετωπίζονται σαν σπασμοί στερητικών συμπτωμάτων.

1. Στο επίπεδο της λογικής, το να πεις ότι απ’ το χασίσι πηγαίνει κανείς στην ηρωίνη ισοδυναμεί με το να κάνεις την ορθή παρατήρηση ότι όσοι φτάνουν οδικώς απ’ την Αθήνα στην Πάτρα έχουν περάσει απ’ την Κόρινθο και, κατόπιν, να την αντιστρέψεις λέγοντας ότι, άρα, όποιος πάει στην Κόρινθο θα φτάσει και στην Πάτρα. Σημειωτέον ότι οι λογικές αντιστροφές είναι η μεγάλη πνευματική επιδεξιότητα της κοινής γνώμης.