Από τη σελίδα ΤΕΤ-ΡΑΔΙΟ, του Δημήτρη Κανελλόπουλου, στη Σαββατιάτικη (3/7) Ελευθεροτυπία, για την εκπομπή ‘Άγρυπνος στη ΝΕΤ’ του Μάνου Τσιλιμίδη. Respect.

… Κάποιο βράδυ μια κοπέλα μου λέει: «με λένε Ειρήνη και επειδή σας ακούω και σας θεωρώ φίλο μου, θέλω να σας αποχαιρετήσω. Αποφάσισα να φύγω από το σπίτι των γονιών μου. Έχω ετοιμάσει μια μικρή βαλίτσα, βγαίνω χωρίς κλειδιά και τραβάω πίσω μου τη πόρτα». Είχε ένα τρέμουλο η φωνή της σημάδι ότι η απόφαση δεν ήταν τελεσίδικη… ‘Αξίζουν τέτοια τιμωρία οι γονείς σας;» τη ρώτησα. Από τις απαντήσεις κατάλαβα ότι το μοναδικό πρόβλημα της μοναχοκόρης δεσποινίδος ήταν πως, αν και δεκαπέντε και μισό πλέον, καλή μαθήτρια στο λύκειο και με επιδόσεις στη μουσική και τις ξένες γλώσσες, ο υπερπροστατευτικός πατέρας δεν την άφηνε ούτε ένα σινεμά να πάει με τις φίλες της. Και, επειδή η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο της ασυννενοησίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το πατρικό της εκείνο ακριβώς το Σαββατόβραδο και ενώ η μητέρα της και ο πατέρας της λείπανε σε ταξίδι για δουλειές… «Απ’ όσα λες, βγάζω το συμπέρασμα ότι σε όλους τους άλλους τομείςτης ζωής τα πάτε πολύ καλά οι τρεις σας ως οικογένεια»- σχολίασα… Είχε χαλαρώσει η αρχική ένταση στη φωνή της. Είπα ότι το καλύτερο που έχει να κάνει ήταν λίγες ώρες ακόμη υπομονή- μέχρι το ερχόμενο μεσημέρι- και στο γεύμα της Κυριακής να αντιμετωπίσει τον πατέρα της σα να είναι εκείνη η μεγάλη και εκείνος το παιδί και να του προτείνει την εξής ωραία λύση: να του πει πως, εάν δεν εμπιστεύεται τη κόρη του, τότε ας τη παρακολουθεί από μακριά να δει πού και με ποιους πηγαίνει… Συμφώνησε ανακουφισμένη με τη μέθοδο που της πρότεινα, βρίσκοντάς τη πιο λογική από το να τρελλάνει μέσα στη νύχτα τους γονείς της. Το επόμενο βράδυ, πρώτη και καλύτερη, στις δώδεκα και δέκα μετά τα μεσάνυχτα, τηλεφωνεί από το καρτοτηλέφωνο ενός κινηματογράφου η μικρή Ειρήνη, για να μου πει ότι η συζήτηση είχε πετύχει το σκοπό της και πως ο γαλαντόμος μπαμπάκας τής είχε δώσει λεφτά για να κεράσει η κόρη του όλη τη συντροφιά των κοριτσιών και τα εισητήρια και τα παγωτά και τα χάμπουργκερ. Ακουγόταν χαρούμενη, με ευχαρίστησε και κλείσαμε τη γραμμή… Δύο μέρες αργότερα, σήκωσα το τηλέφωνο και ήταν ένας κύριος. Μου λέει στον αέρα: «Επέστρεφα στην Αθήνα το βράδυ του περασμένου Σαββάτου. Ήμουν με τη γυναίκα μου. Πάντα ακούμε ‘Άγρυπνο’ στο ταξίδι. Και ακούσαμε τη κόρη μας να σας λέει πως φεύγει. Άναψα τα αλάρμ και σταμάτησα στη λωρίδα ασφαλείας. Έτρεμα ολόκληρος. Και όταν τελείωσε η συνομιλία, έκλαψα για ώρα στην αγκαλιά της γυναίκας μου. Σας ευχαριστώ που αντμετωπίσατε έτσι το παιδί μου. Ξέρω ότι τώρα δεν ακούει, είδα από τη χαραμάδα της πόρτας ότι έχει το ραδιόφωνο κλειστό. Κοιμάται. Δεν ξέρει ότι την άκουσα να σας μιλάει. Καληνύχτα σας».