Posts tagged ‘Στάση Ζωής’

Ground Zero (Ισόγειο)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι καλά όταν οι κύκλοι κλείνουν. Όταν τα χέρια αγγίζονται και πλέκουν τα δάκτυλα δεσμούς και υποσχέσεις. Οι αγκαλιές επιτέλους χωράνε τους άλλους και η συμφωνία συνομολογείται με τρυφερά κτυπήματα στη πλάτη. Τα μάτια, πίσω από τα μαντήλια, γελάνε σαν για πάντα και επιλέγεις να ακολουθήσεις, όσο σε κρατάνε τα πόδια σου, αυτό το χορό στο χώρο και το χρόνο. Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε, όλα θα, όλα

Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι θύλακες εμπιστοσύνης.

Σχέσεις όπου αισθανόμαστε ασφάλεια, αυτοεκτίμηση και αποδοχή.

Διαδικασίες όπου μπορούμε να μάθουμε από αυτές, να κάνουμε λάθος και να το παραδεχτούμε, να ζητήσουμε τα ρέστα και να τα πάρουμε, να διαπραγματευτούμε το μέλλον.

Αυτά τα σημεία ανάσχεσης για τη ηλιθιότητα, την αγνωμοσύνη, την αγένεια, την απάθεια, την ανασφάλεια, το φόβο, την κοροϊδία, το δήθεν και την υποταγή, οφείλουμε να τα ψάχνουμε παντού και να τα δημιουργούμε επίσης.

Χρειάζεται ΕΜΕΙΣ να γίνουμε οι μήτρες αυτών των σχέσεων εμπιστοσύνης, διαρκώς, ανελλιπώς και αδίστακτα.

Χρειάζεται ΕΜΕΙΣ να επιλέγουμε αυτά τα πεδία πραγματικής αλληλεγγύης, ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ουσιαστικής επαφής.

Σε αυτόν τον ιδιότυπο πόλεμο -δίχως προφανείς εχθρούς ή εμφανείς απώλειες (προς το παρόν τουλάχιστον)- ΕΜΕΙΣ είμαστε τα όπλα και το χέρι που τα χρησιμοποιεί.

Δημιουργώντας αυτό το Δίκτυο Εμπιστοσύνης, θα πορευτούμε μεγαλώνοντας μέσα σε χέρσα γη και άνυδρους τόπους. Γιατί αυτό είναι το διακύβευμα: Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και την αποδοχή, ενάντια στην επιβολή ισχύος που σου δίνει η θέση, η ηλικία, το φύλο, η γνώση κ.ο.κ..

Χρειάζεται να μάθουμε να μιλάμε ξανά τη γλώσσα της ειλικρίνειας και της ανθρωπιάς και να την χρησιμοποιούμε συνεχώς και με κάθε κόστος.

Αυτοί οι θύλακες εμπιστοσύνης θα αποκτήσουν δύναμη, με τον καιρό, και οι πόλεις της εκμετάλλευσης σιγά σιγά θα εκλείψουν, καθώς κανείς δεν θα τις επισκέπτεται.

Μάθε να ζεις και να αναπνέεις με αυτό τον τρόπο.

Είναι ο μοναδικός τρόπος.

Nature Boy (Alopecia Universalis Pt2/ Καθολική Αλωπεκία Μέρος 2)(-1)

Θυμάμαι

περπατούσα ένα βροχερό μεσημέρι, μετά το διάλειμμα, για την τάξη -Α΄ Γυμνασίου, κάπου 30 χρόνια πριν- όταν κάποιος που ερχόταν πίσω μου είπε: «ρε Δημήτρη, τι είναι αυτές οι τρίχες στο γιακά από το παλτό σου;» Κοιτώντας το μαύρο γιακά του Montgomery, διαπίστωσα ότι είναι γεμάτος ξανθές τρίχες και πάγωσα. Άρπαξα με το χέρι μια τούφα από τα μαλλιά, τα τράβηξα και έμειναν όλα ανάμεσα στα δάκτυλά μου. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις, πραγματικά, ότι κάτι δεν πάει καλά.

Αργότερα, στο σπίτι, θα ξεκινούσε ο ανήφορος των ατελείωτων επισκέψεων σε γιατρούς εντός και εκτός Ελλάδας, που θα κρατούσε για μία εξαετία, όταν και θα αποφάσιζα ότι δεν έχει νόημα να συνεχίζω στο μονοπάτι της θεραπείας.

Και ποιας θεραπείας, άλλωστε;

Πρώτη και καλύτερη η κορτιζόνη μαζί με valium (13 χρονών, τότε, και βασική αιτία για τη νόσο θεωρείτο το άγχος). Σύντομα τη διέκοψα, για να πάμε σε πιο παραδοσιακές μορφές αντιμετώπισης: χωριανός από την Πτολεμαϊδα, με πολυετή εμπειρία στην θεραπεία παρόμοιων περιπτώσεων (…) ήρθε ένα απόγευμα στο σπίτι, άνοιξε τη τσάντα του, έβγαλε από μέσα ένα ξυράφι, κάτι κρεμμύδια και διάφορα άλλα προϊόντα, τα οποία ανακάτεψε σε ένα γουδί, πήρε το ξυραφάκι και έκανε μικρές χαραγματιές στο άδειο από τρίχες, πλέον, κρανίο, έβαλε οινόπνευμα από επάνω, για να μην μολυνθεί (…) και μετά άπλωσε την πηχτή πάστα που είχε φτιάξει (η οποία μύριζε ελαφρώς κρεμμύδι) και μας τόνισε ότι πρέπει να μείνω με αυτό το πράγμα στο κεφάλι τουλάχιστον για ένα πεντάωρο.

Κατόπιν, και καθώς η ελληνική επικράτεια δε προσέφερε πλέον σοβαρές εναλλακτικές λύσεις για την περίπτωσή μου, στραφήκαμε στο εξωτερικό. Πρώτα στο Στρασβούργο -πρωτοπόρα τεχνική όπου εάν δεν καταστραφεί ο ιστός (το δέρμα δηλαδή), τότε σίγουρα θα φυτρώσουν τρίχες- και μετά στην όμορφη Σόφια, όπου πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικός αριθμός επισκέψεων, με την κατάθεση ανάλογης ποσότητας συναλλάγματος  αντιστρόφως ανάλογης με τα αποτελέσματα στο τριχωτό της κεφαλής. Τέλος, και καθώς η εφηβεία μου έπαιρνε την άγουσα για τα αποδυτήρια, στράφηκα σε πιο ορθόδοξες λύσεις, εδώ στην Αθήνα, όπου για λίγο κάτι φάνηκε να κινείται: λίγες τρίχες στα φρύδια, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, στο βραχίονα… Και αυτό ήταν. Γρήγορα όλα ήταν όπως πριν -όπως πάντα- και χρειάστηκε να διαχειριστώ επιπλέον την ήττα της αποτυχημένης θεραπείας. Για άλλη μια φορά.

Ναι.

Θυμάμαι

επίσης την αγωνία της οικογένειάς μου -κάθε φορά που περιμέναμε στον προθάλαμο κάποιου ιατρείου ή όταν γυρνούσα σιωπηλός στο σπίτι και κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου, ελάχιστες επαφές και αυτές μέσα στην απόσυρση και τον θυμό- τη δυσκολία να διαχειριστούν το φόβο, την απογοήτευση και τις ενοχές και όλα αυτά καθώς η ζωή κυλούσε απαιτώντας συνέπεια στην εργασία, στις σχέσεις και στην τήρηση υποσχέσεων και δεσμεύσεων παντός είδους και σπουδαιότητας. Νομίζω ότι τα κατάφεραν καλά, δεδομένων των συνθηκών.

Και μετά

Θυμάμαι

τους φίλους. Εάν και η μεγαλύτερη αγωνία μου έως τα είκοσι, ήταν το γεγονός να μη πέσει, από το κεφάλι, η περούκα που φορούσα διαρκώς εκτός σπιτιού -και στο σπίτι, φυσικά, όταν έρχονταν ξένοι ή συγγενείς δευτέρου βαθμού- με τους φίλους φαινόταν να μη με νοιάζει τίποτα: ποδόσφαιρο και μπάσκετ, χαβαλές, τσιγάρο και πολλή μουσική. Ένας σταθερός κύκλος ανθρώπων (ο Χρήστος, ο Αντρέας, ο άλλος Χρήστος, ο Άρης, οι φιλίες του καλοκαιριού και πάει λέγοντας) που δρούσε προστατευτικά γύρω μου, σαν ένα αόρατο, μεταξένιο ρούχο, που με κρατούσε ζεστό όταν χρειαζόταν και με δρόσιζε όταν υπήρχε ανάγκη.  Και, φυσικά, οι πρώτες αγάπες, αγκαλιές σε παρκάκια, φιλιά στη γωνία, άγουρα σώματα που ζητούσαν τρυφερότητα και επιβεβαίωση.

Ακόμη

Θυμάμαι

τα πλαϊνά βλέμματα στο λεωφορείο, τότε και αργότερα, όταν έβγαλα τη περούκα, και το γυμνό κεφάλι μαγνήτιζε τις ματιές των ανθρώπων και υποχρέωνε τα μικρά παιδιά σε παρατηρήσεις του τύπου: μαμά, γιατί αυτός ο κύριος δεν έχει μαλλιά; Τα πνιχτά γέλια, καθώς περνούσα δίπλα από παρέες νέων στο δρόμο και η βουβαμάρα, που μερικές φορές έπεφτε στο δωμάτιο, όταν με συναντούσε κάποιος για πρώτη φορά. Τότε, βέβαια, οι άνθρωποι ήταν περήφανοι για τους διαφορετικούς τρόπους χτενίσματος που μπορούσαν να κάνουν και το καραφλό κεφάλι ήταν, ακόμη, μία εκτροπή και ιδιαιτερότητα. Τα πράγματα, βέβαια, άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου… Ξεκίνησα το Πανεπιστήμιο φορώντας περούκα και στο δεύτερο έτος την είχα βγάλει. Η ανακούφιση -συνυφασμένη με λίγη περιέργεια και θαυμασμό, είναι αλήθεια- συμφοιτητών και δασκάλων ήταν εμφανής στα πρόσωπά τους, με άμεση επίδραση και στην δική μου αγωνία, που εκμηδενίστηκε ταχύτατα.

Όμως, όλα αυτά είναι μνήμες.

Bits & pieces, θραύσματα γεγονότων, ένας φτιαχτός κόσμος, στον οποίο ζω και, όποτε μου το ζητάνε, τον εκθέτω -σε δόσεις, βεβαίως βεβαίως- έτσι ώστε να γίνω γνώριμος, οικείος, κατανοητός, αποδεκτός, ενσωματωμένος, κάπως, τέλος πάντων, ώστε εσύ να καταφέρεις να φτιάξεις όποια σχέση μπορεί να χρειάζεται, μαζί μου. Και, προφανώς, είναι ένας φανταστικός κόσμος γεμάτος βιαστικά συμπεράσματα, λανθασμένες παρατηρήσεις, επικαλύψεις και φτιασιδώματα, μυθικές φιγούρες και Βατερλό, αξέχαστα (;) στιγμιότυπα και ηθελημένες αμνησίες

+

την πάροδο του χρόνου, που στρογγυλεύει τα πάντα, όπως ο αέρας της θάλασσας τα οξύαιχμα βράχια, και χαρίζει ευχάριστο ύπνο, με ολίγη από αυταρέσκεια.

Η καθολική αλωπεκία, όπως θα έχετε διαβάσει στο πρώτο μέρος, είναι μία κατάσταση του σώματος, η οποία επηρεάζει διάφορα όργανα, κυρίως όμως τις τρίχες, οι οποίες σταματούν να φυτρώνουν και όταν φυτρώνουν, είναι αδύναμες και εγκαταλείπουν το σώμα γοργά. Εννοείται ότι δεν απειλείται η ζωή, δεν υφίσταται θέμα αναπηρίας (βάδιση, όραση κλπ) και, διάολε, μπορεί να είσαι και στη μόδα, για όσο καιρό κρατήσει αυτή η σαχλαμάρα που λέγεται μόδα… Βρίσκεται, μάλλον, στα σύνορα υγείας και αρρώστιας, τουλάχιστον όπως έχουμε συνηθίσει να ορίζουμε τα πράματα, και λιγότερο στο πεδίο των χρόνιων νοσημάτων, που απαιτούν διαρκή φροντίδα και προσοχή. Ναι, επιβαρύνει την οικογένεια, ναι ρίχνει αυτό που ονομάζουμε ψυχική διάθεση του ατόμου και, βέβαια, αποτελεί αναμέτρηση με στερεότυπα και αναπαραστάσεις, σε σχέση με την εμφάνιση και άλλα ωραία, των ανθρώπων.

Αλλά εδώ μιλάμε για μένα. Ή μάλλον, εγώ μπορώ να μιλήσω μόνο για αυτό που αντιλαμβάνομαι. Έτσι, είναι κάποιος καιρός τώρα, που νιώθω ότι από εκείνη τη πρώτη ημέρα στο σχολείο έως και πολύ πρόσφατα, η ύπαρξή μου καλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα πάγου. Ένα παγωμένο ρούχο, που αγγίζει όλο το σώμα, αφήνει την καρδιά να αναπνέει, αλλά δεν επιτρέπει πολλά πολλά με το περιβάλλον.  Δεν υπάρχουν μυστικά, κάποιος άγνωστος εσωτερικός κόσμος, ένα ευαίσθητο πλάσμα κρυμμένο πίσω από μία μάσκα ή έναν ρόλο. Απλώς, μία κρούστα παγωμένου υγρού, επιτρέπει να αντικρίζω τον κόσμο ασφαλώς, από μικρή απόσταση, γλιτώνοντας δυσάρεστες συνευρέσεις, μη φθάνοντας όμως, ποτέ, στον πυρήνα των πραγμάτων. Που δεν είναι άλλος από την ειλικρινή και άνευ όρων συνύπαρξη. Και νιώθω, ότι όλα τα χρόνια θέλω να λιώσει αυτό το ρούχο, να είμαι ολόκληρος, αληθινός και αυθεντικός. Αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ να είμαι πλήρης, γιατί ένα κομμάτι από το σώμα μου, λείπει. Έτσι αντιλαμβάνομαι ότι έχουν τα πράματα. Και τότε θυμάμαι, ξανά, όλα όσα αφηγήθηκα πριν, όμως μοιάζουν λιγάκι διαφορετικά τώρα.

Η τούφα στα δάχτυλα, μυρίζει φόβο. Οι επισκέψεις στους γιατρούς θρήνο, καθώς κανείς ποτέ δε ρώτησε και είπε τίποτε ουσιαστικό και αληθινό. Η οικογένεια, ένα σύστημα σε κρίση, που προσπαθεί να ισορροπήσει δίχως βοήθεια και γνώση. Οι φίλοι σωπαίνουν, αποφεύγοντας να ξεστομίσουν απαγορευμένες λέξεις που θα πληγώσουν ή θα με φέρουν σε δύσκολη θέση. Ο έρωτας, πρέπει να είναι ψυχοθεραπεία. Οι άνθρωποι φοβούνται να με κοιτάξουν στα μάτια γιατί δεν καταλαβαίνουν ή γιατί τρομάζουν στη σκέψη ότι μπορεί να συμβεί κάτι παρόμοιο και σε αυτούς (είναι χαρακτηριστική η κίνηση, των περισσότερων, να χαϊδεύουν ασυναίσθητα τα μαλλιά τους, λίγο μετά που με έχουν κοιτάξει). Και, φυσικά, μόνο τα παιδιά λένε την αλήθεια. Όσο, ακόμη, το μυαλό τους δεν έχει γεμίσει -από τη μαμά, το μπαμπά και τους παππούδες- με τρομακτικές φιγούρες αποτρόπαιων υπάρξεων (μετανάστες, ανάπηροι, μακρυμάλληδες ή καραφλοί κλπ), που θα μάθουν, όταν μεγαλώσουν, να τις αποφεύγουν ή να τις σαπίζουν στο ξύλο.

Καταλαβαίνω ότι αυτό που με σημάδεψε δεν  είναι κάποια αρρώστια αλλά οι σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω μου. Όλα όσα ειπώθηκαν και όλα όσα αποσιωπήθηκαν. Είναι τόσο ξεκάθαρο, στη περίπτωση της αλωπεκίας, ώστε δεν έχει νόημα η παραδοσιακή θεραπεία, αν το σκεφτείς. Καθώς κοιτάζεις το γυμνό κορμί στο καθρέφτη, άδειο από κάθε τύπου τριχοφυΐα, σκέφτεσαι πώς θα ενταχθείς σε ό,τι συμβαίνει εκεί έξω. Ακούς τις ερωτήσεις πριν ακόμη γίνουν, παρατηρείς αδιόρατες κινήσεις των μελών του σώματος (πλέξιμο δακτύλων, δίπλωμα ποδιών, σφίξιμο στα χείλια), προσέχεις… διαρκώς σε επαγρύπνηση μη τυχόν και διέφυγε κάτι. Η απουσία πόνου, πυρετού, κακουχίας ή άλλης αδυναμίας αφήνει χώρο [ή μήπως αυτός είναι ο μοναδικός χώρος;] για το αντάμωμα των βλεμμάτων, τις συναντήσεις των λέξεων και των αγγιγμάτων. Εκεί που επιβεβαιώνεται η ισχύς των πραγμάτων. Φυσικά, έχουμε μάθει να βλέπουμε τη νόσο (την παρέκκλιση δηλαδή από το αναμενόμενο) ως προσωπική και μοναχική υπόθεση. Πρέπει να τα καταφέρεις. Προσπάθησε να το αντιμετωπίσεις. Μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Ποιος προσπαθεί να πείσει ποιον, αναρωτιέμαι. Το ταξίδι της αρρώστιας είναι κοινό: απλώς ο ένας εμφανίζει τα συμπτώματα.

Αποστρέφοντας, λοιπόν, το βλέμμα από τον κόσμο του Άλλου, χάνουμε την ευκαιρία να τον γιατρέψουμε. Γιατί ο τρόπος που σε βλέπω σε προσδιορίζει και ο τρόπος που με βλέπεις με καθορίζει. Σε ένα υπαρξιακό -και ποιος ξέρει, σε βιολογικό ίσως-  επίπεδο μπορούμε να γίνουμε οι θεραπευτές των άλλων. Κοιτώντας πέρα από τα συμπτώματα και τα σημάδια, μέσα στο σώμα που βιώνει πόνο, κούραση και περιθωριοποίηση. Κάπου εκεί, έτσι και αλλιώς, συν-υπάρχουμε.

Στο ταξίδι για τη θεραπεία του καρκίνου, κάποια στιγμή μπορεί να βρεθείς -εκτός των άλλων- δίχως μαλλιά, παρενέργεια των φαρμάκων και της ακτινοβολίας. Και μάλιστα, η εικόνα που έχουμε για τον/ την καρκινοπαθή, είναι ενός ανθρώπου αποστεωμένου, στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, τρυπημένου από χιλιάδες βελόνες, με σωληνάκια να πηγαινοέρχονται στο σώμα του και το κεφάλι γυμνό ή με ένα σκουφάκι ή με μία άχαρη περούκα να καλύπτει… ΤΙ; Το γεγονός ότι και δεν πάει καλά; Το γεγονός ότι είμαι εδώ, σε αυτό τον κόσμο, αλλά δεν ξέρω για πόσο ακόμη; Να προλάβει τις αμήχανες σιωπές όταν όλοι καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα είναι δύσκολα; Γιατί να το κρύβουμε; Είναι τόσο απεχθής η εικόνα ενός άντρα ή μιας γυναίκας δίχως μαλλιά, αλλά με καρκίνο(!), που κάπως χρειάζεται να αποσιωπηθεί το προφανές…; Ή, μήπως, κρύβοντας το γυμνό κεφάλι, σκουπίζουμε τις σκόνες και τον καρκίνο, κάτω από το χαλί της φυσιολογικότητας;

Ένας αγαπημένος ξάδερφος βρίσκεται αυτές τις μέρες σε ένα τέτοιο κρεβάτι και αλήθεια δεν γνωρίζω εάν θα τα καταφέρει. Ξέρω ότι όταν ήμουν 15 χρονών, μου έδωσε το XL Honda 175 που είχε τότε, για να κάνω τη πρώτη μου βόλτα με μηχανή. Ξέρω, επίσης, ότι μου είχε δώσει να ακούσω πρώτη φορά το Aqualung των Jethro Tull. Ξέρω και θυμάμαι πολλά ακόμη και ας έχουμε να συναντηθούμε χρόνια. Και δεν γνωρίζω εάν θα τον δω, ξανά.  Οι σκέψεις μου όμως είναι μαζί του και ας ακούγεται κλισέ. Τα τελευταία 6 χρόνια έχω χάσει από τη ζωή μου, μαζί με τον πατέρα μου, 5 αγαπητούς ανθρώπους και φοβάμαι ότι έπονται κι άλλοι.

Έτσι, όταν κάποιες μητέρες με ρωτούν ποια είναι η θεραπεία για την αλωπεκία και τι μπορούν να κάνουν για το παιδί τους και εάν θα ήθελα να το συναντήσω, απαντώ ότι η πραγματική θεραπεία για την αλωπεκία είναι η αποδοχή κα η αγάπη. Τουλάχιστον αυτό ήταν αρκετό για να λιώσει ο δικός μου πάγος. Το μάθημα -μέσα από το πάθημα- ότι το σημαντικότερο πράγμα που έχεις να μάθεις είναι να αγαπάς… και να σε αγαπάνε.

Nature Boy indeed.

… & a happy new year (-4)

Ο φίλος μου  ο Γιάννης, που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο Detroit, μου λέει ότι πλατειάζω. Έχει δίκιο.

Όλες αυτές οι συζητήσεις για την Κρίση, οι διαπιστώσεις για την καθημερινότητα, οι ερμηνείες για τα γεγονότα (το ξύλο, τις επιθέσεις, τις απεργίες, τις παλινωδίες, τις γελοιότητες …), οι Φωνές που στοιβάζονται, σαν τα δεμάτια από άχυρο, σε αποθήκες σκέψης, για μελλοντική χρήση. Φυσικά

δεν βγάζω άκρη. Και δεν καταλαβαίνω αυτούς, από όπου και αν έρχονται, που αισθάνονται βέβαιοι για το Ποιος φταίει, Ποια είναι η λύση, Πώς είναι και Πώς θα έπρεπε να είναι ο Κόσμος. Για αυτό και πλέον δεν δίνω σημασία. Άσε που πιστεύω ότι πάρα πολλοί είναι διαταραγμένοι: νομίζουν ότι είναι Μεσσίες, Σωτήρες, Σοφοί, Φωτεινοί Παντογνώστες, γεμάτοι αναλύσεις, λεπτομερείς καταγραφές γεγονότων σε κακογραμμένα τετράδια, αρχεία από εφημερίδες δεκαετιών, περιοδικά που και ο εκδότης τους προσπαθεί να τα ξεχάσει, όλα αυτά μαζί με το όραμα για έναν πιο Δίκαιο Κόσμο, μια ζωή ανάλαφρη, επιτέλους, με λιγότερες αγωνίες, με χαρούμενα πρωινά, με έναν σχεδόν χριστιανικό παράδεισο να περιμένει όλους μας στη γωνία Ακαδημίας και Ασκληπιού, εκεί στο πάρκο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων.

Είναι όμως οι μέρες τέτοιες, που υποχρεωτικά μουρμουράμε μια ξεχωριστή μελωδία, ένα άλλο ρεφρέν, μάλλον της αποδοχής και λιγότερο της απόρριψης. Ένα τραγούδι της συγχώρεσης και, εάν μου επιτρέπεται, της αγάπης. Και αναρωτιέμαι: τι μας πιάνει κάθε τόσο και γιορτάζουμε την αγάπη; Τι μας φέρνει κοντά, όλους, σε οικογενειακά τραπέζια, σε φιλικές παρέες, σε αγκαλιές και χαμόγελα, να τρώμε και να ξανατρώμε και να πίνουμε και να καπνίζουμε και να χορεύουμε και όλα τούτα που τα μαθαίνουμε παντού, εκτός βέβαια του σχολείου;

Μάλλον, σκέφτομαι, αυτό είναι η φυσική μας κατάσταση ως Homo Sapiens-Amans. Είναι ένα βασικό, ίσως το πιο σημαντικό, χαρακτηριστικό του είδους μας. Η αγάπη. Όχι η χριστιανική αγάπη. Όχι μόνο αυτή, τέλος πάντων.

Μιλάω για το αίσθημα της ασφάλειας και εμπιστοσύνης, που βιώνει κάποιος όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζει, αγαπά, αποδέχεται και επιλέγει να υπάρχει μαζί τους. Εκείνη την δύναμη που πηγάζει από τη αγκαλιά των πατεράδων και των μανάδων, καθώς σε ντύνουν με ζεστά ρούχα λίγο πριν βγεις στο κρύο του Χειμώνα και σου λένε να προσέχεις, παρόλο που εσύ δεν τους ακούς. Τη χαλαρότητα που σε γεμίζει η αφήγηση ιστοριών με συγγενείς και φίλους, γύρω από κάποιο τραπέζι γεμάτο σπιτικά γλυκά και ζεστούς καφέδες, αυτές οι επαναλαμβανόμενες μήτρες ανθρωπιάς, που μας κάνουν αυτό που είμαστε και που όταν λείπουν… τότε σκοτεινιάζουμε, μικραίνουμε, γινόμαστε κάτι άλλο: απόκοσμο και κρύο.

Και το γιορτάζουμε, μάλλον, γιατί ξέρουμε ότι δεν είναι δεδομένο.

Γιατί, από εκεί που ήρθαμε και με τον ίδιο τρόπο, μπορεί να έρθει κάτι άλλο άγνωστο, ξένο και τελικά εχθρικό. Ένα νέο είδος, Homo Sapiens-Aggressans,  μια κάποια γενετική μετάλλαξη, δίχως την ικανότητα να φροντίζει, την λαχτάρα να αγκαλιάζει, την προσπάθεια να κατανοεί και να συν-αισθάνεται, την αδυναμία να υπάρχει μέσα από την ειλικρίνεια και την εμπιστοσύνη. Ένα πλάσμα -το παιδί μας;- που οι βασικές του ικανότητες θα είναι ο ελιγμός στις πιθανές παγίδες του αντιπάλου, η δημιουργία δεσμών και σχέσεων που βασίζονται στην εξυπηρέτηση  και την διευκόλυνση, η ταχεία και δυναμική ανταπόκριση σε άγριες εργασιακές συνθήκες, η έλλειψη αλτρουισμού και συμπόνιας για τον Άλλον, παρεκτός εάν είναι χρήσιμος στους στόχους και τις προσδοκίες.

Σκέφτομαι, ότι υπάρχουν ήδη πολλοί τέτοιοι τύποι. Και ίσως η αδυναμία να τους καταλάβω ξεκινά από αυτό ακριβώς το γεγονός: είναι ένα άλλο είδος, more or less :-). Παρατήρησε όλους αυτούς τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους, που ξεχειλίζουν ψέμα, είναι περήφανοι για το γεγονός ότι χειρίζονται με τόσο δημιουργικούς τρόπους το κοπάδι τους, χαμογελάνε και διαπιστώνεις ότι σου δείχνουν τα δόντια τους, μιλάνε και καταλαβαίνεις ότι χαϊδεύουν τα αυτιά σου, γιατί είναι ανίκανοι να υπάρξουν διαφορετικά. Ναι… Και άλλοι, πολλοί, που περπατάνε σε αυτόν τον μυστήριο δρόμο, επειδή φέρνει μια στιγμιαία ηδονή εξουσίας και δύναμης και μετά το αναζητάς ξανά και ξανά, σαν πρεζάκι, και στο τέλος γίνεται καθεστώς, γίνεται Πραγματικότητα, γίνεται κοινός τόπος και μετά δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Επί της ουσίας, εάν είναι να υπάρξει σύγκρουση, θα είναι μεταξύ αυτών των διαφορετικών τρόπων ύπαρξης. Το νέο είδος με το παλιό. Για φαντάσου…

Βέβαια, μέχρι τότε μπορούμε να είμαστε ακόμη άνθρωποι και να κάνουμε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα: να χαιρόμαστε το σήμερα, κρυφοκλείνοντας το μάτι στο αύριο, χαμογελώντας στο χθες. Να κοιτάξουμε να προσέχουμε τον εαυτό και τους γύρω μας, καθώς η υγεία είναι πράγματι το εφόδιο για να είμαστε δημιουργικοί και  καλοσυνάτοι. Κουράγιο σε όσους ταλαιπωρούνται από κάποια ασθένεια και περνάνε, τούτες τις ημέρες, μέσα στην αγωνία και τον πόνο. Μακάρι η δοκιμασία να περάσει γρήγορα.

Με αυτά και με εκείνα, τελείωσε και το 10. Πάμε για το 11.

(Υ.Γ.1: Η ιδέα για την ιστορία με τον Homo Sapiens-Amans & Homo Sapiens-Aggressans, είναι από το βιβλίο του Humberto Maturana “The Origins of Humanness in the Biology of Love”

Υ.Γ.2: Λόγο για την αγάπη δεν έχουν μόνο οι Χριστιανοί όπως λόγο για την επανάσταση δεν έχουν μόνο οι Κομμουνιστές)

Donna Karan describes her mission to change how we care and heal

Πέρα από τα New Age στοιχεία που εύκολα διακρίνονται, μπορείς να ακούσεις πολλές αλήθειες στις οποίες δύσκολα ανταποκρίνεσαι. Respect.

Δίχως υπότιτλους, sorry…

In the Heart of Darkness

Ζήτησα από 4 αγαπητούς φίλους να γράψουν ένα κείμενο με θέμα The Heart of Darkness. Κείμενα επέστρεψαν οι δύο, ο Ioudas και ο Stefan, το δε κείμενο του δεύτερου είναι στίχοι από ένα τραγούδι του Springsteen. Τα παραθέτω, μαζί με ένα τρίτο δικό μου, σχεδόν αυτούσια, καθώς το κείμενο του Ioudas έχει τρία μέρη και θα διαβάσετε το τελευταίο.

Stefan

They’re still racing out at the Trestles,
But that blood it never burned in her veins,
Now I hear she’s got a house up in Fairview,
And a style she’s trying to maintain.
Well, if she wants to see me,
You can tell her that I’m easily found,
Tell her there’s a spot out ‘neath Abram’s Bridge,
And tell her, there’s a darkness on the edge of town.

Everybody’s got a secret, Sonny,
Something that they just can’t face,
Some folks spend their whole lives trying to keep it,
They carry it with them every step that they take.
Till some day they just cut it loose
Cut it loose or let it drag ’em down,
Where no one asks any questions,
or looks too long in your face,
In the darkness on the edge of town.

Some folks are born into a good life,
Other folks get it anyway, anyhow,
I lost my money and I lost my wife,
Them things don’t seem to matter much to me now.
Tonight I’ll be on that hill ’cause I can’t stop,
I’ll be on that hill with everything I got,
Lives on the line where dreams are found and lost,
I’ll be there on time and I’ll pay the cost,
For wanting things that can only be found
In the darkness on the edge of town.

Ioudas

Ένα άδειο κέλυφος κι ο θυμός να ξεσκίζει ότι έχει απομείνει από το πρώην σαρκίο. Όπου «άδειο κέλυφος» η πρώην ζωή μας και «θυμός» τα τελευταία σκιρτήματα της αξιοπρέπειας και της περηφάνιας που διαθέτουμε.  Η γενιά στην οποία ανήκουμε έχει πλέον μόνο παρελθόν. Θα μνημονεύει παρά θα σχεδιάζει για το μέλλον της. Και τι μνήμες που διαθέτει! Χαμηλές πτήσεις, με κάποιες εξάρσεις εις ύψος και βάθος. Η καρδιά του σκότους ή η καρδιά του κτήνους, μας βρήκε στην καρδιά της ζωής μας, στα χρόνια που οι προηγούμενες  γενιές θεωρούσαν τα πλέον γόνιμα για να δημιουργήσουν και να αναπτυχθούν. Το ερώτημα που γεννάται, αυτό που εκκρεμεί πάνω από τα κεφάλια μας, είναι τι μέλλει γενέσθαι. Νομίζω πως η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω, είναι ότι θα στραφούμε προς έναν κόσμο εσωτερικό. Αφού πλέον δεν θα μπορούμε να θρέψουμε τις επιθυμίες μας για μια καλύτερη υλική ζωή θα στρέψουμε τα θέλω μας προς ό,τι «ψυχικό». Φιλίες, σχέσεις, συναισθήματα. Όλα αυτά που υποτιμούσαμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – ακόμα και με αυτόν που εμφανιζόταν ως αέναη αναζήτηση και προβληματισμό επί των σχέσεων – θα γίνουν η σανίδα της σωτηρίας μας. Θα επανεκτιμήσουμε τη συντροφικότητα, την ανοχή στην προσωπικότητα και τις ιδιοτροπίες του Άλλου. Θα φύγουμε από το Εγώ και θα προχωρήσουμε στο Εμείς. Θα ωριμάσουμε, με λίγα λόγια. Ίσως όχι όπως νομίζαμε ότι θέλαμε, αλλά όπως μάθαμε να θέλουμε. Κι αυτό δεν θα γίνει αναίμακτα.

Dimitris

Καθώς κυλάει ο καιρός, δεν καταλαβαίνω πλέον τι συμβαίνει. Πράγμα καλό. Κάποτε νόμιζα ότι ήξερα και φούσκωνα από περηφάνια, καταθέτοντας δεξιά αριστερά τις διαπιστώσεις μου, γεμάτος στόμφο και απόλυτη σιγουριά για το βέβαιο των πραγμάτων. Έτσι είναι: only time shows πού βαδίζεις και πού πατάς. Και θα ήταν περίεργο να μην αναζητώ νόημα στο χάος και την ασυνεννοησία, να μην προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα, να προετοιμαστώ, να οργανώσω, να αντεπεξέλθω… Αυτό έμαθα από τα μικράτα μου, που λένε, και έτσι έφτασα ως εδώ. Βέβαια, στη λυτρωτική και φυσική διαδικασία της ανάπτυξης και ωρίμανσης του ανθρώπου, περιλαμβάνεται το στάδιο της αξιολόγησης εαυτού σε σχέση με τους Άλλους. Δηλαδή, υποχρεώνεσαι να απαντήσεις -συνήθως τις μικρές ώρες της ημέρας, με μεγάλο κόστος στο είδος και την ποιότητα του ύπνου- ερωτήματα όπως: τι έχω καταφέρει μέχρι σήμερα; Πώς έφτασα ως εδώ; Πόσους πήρα στο λαιμό μου; Πόσους κουβαλάω, ακόμη, στη πλάτη μου; Είμαι Μάγκας ή Δάγκας; Είμαι ευτυχισμένος, κάνω τους γύρω μου να νιώθουν  λίγο καλύτερα, τι σημαίνει καλύτερα και τι σημαίνει ευτυχισμένος; Πού πάμε από εδώ και πέρα; Με ακούει κανείς;

Μερικές διαπιστώσεις:

Υπάρχουν στιγμές που χρειάζεται να τρέξεις, συνήθως όμως το περπάτημα αρκεί.

Όσο περισσότερα γνωρίζω, τόσο μαθαίνω ότι το μυαλό μου χρειάζεται άδειασμα.

Όταν δεν καταλαβαίνω είναι η καλύτερη στιγμή να καταλάβω.

Εργάστηκα 20 περίπου χρόνια σαν οδοντίατρος στο ελεύθερο επάγγελμα. Εδώ και 18 μήνες απασχολούμαι στο Ε.Σ.Υ., φροντίζοντας κυρίως αυτό που λέμε κοινωνικά αποκλεισμένους (χρήστες, άπορους, μετανάστες κ.ά), ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού (ψυχικά ασθενείς, άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας κ.ά),  αλλά και άλλους, πολλούς, ανθρώπους που δεν είχαν την ευκαιρία και το χρόνο να μάθουν να φροντίζουν τον εαυτό τους όπως εγώ, δυσκολεμένοι άνθρωποι, με σκαμμένα πρόσωπα, ταλαιπωρημένα χέρια, καθαρό βλέμμα, ντυμένοι Αξιοπρέπεια και Σεβασμό. Και τώρα, αρχίζω σιγά σιγά να μαθαίνω και να κατανοώ. Να μην αποστρέφω το πρόσωπό μου σε άλλα ομορφότερα τοπία, αλλά να συνταξιδεύω με την υποτιθέμενα λιγότερο θεαματική πλευρά της ζωής. Και είναι μόνο η αρχή.

Σπούδασα, εδώ και έξω, Δημόσια Υγεία. Αυτό που οι περισσότεροι καταλαβαίνουν όταν ακούν ή διαβάζουν για τη Δημόσια Υγεία είναι τα Νοσοκομεία και η Δωρεάν περίθαλψη… Καμία σχέση. Με απλά λόγια, Δημόσια Υγεία είναι το πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας που αφορά στην οργάνωση υπηρεσιών για την πρόληψη των νοσημάτων, την προστασία και προαγωγή της υγείας του πληθυσμού, την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης και την βελτίωση της ποιότητας ζωής. Αυτό που γίνεται άμεσα κατανοητό, είναι ότι το πεδίο της Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα είναι ελάχιστα ανεπτυγμένο. Και δεν είναι πρόβλημα πόρων. Είναι θέμα πολιτικής: δεν ΜΑΣ ενδιαφέρει να επενδύσουμε στην προστασία της υγείας του πληθυσμού. Δηλαδή ημών και των παιδιών μας. Δεν ΜΑΣ ενδιαφέρει να οργανώσουμε τις υπηρεσίες υγείας με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει ίση πρόσβαση σε αυτές, να ωφελούμαστε ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, εθνικότητας, κοινωνικής θέσης κ.ο.κ. Μοιάζει σχεδόν ανέκδοτο και που το γράφω… Είναι προτιμότερο να σπρώχνουμε χρήματα στους γιατρούς για θεραπεία, παρά να προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα βιώσιμο περιβάλλον ζωής και ανάπτυξης. Από όλους για όλους. Χαχα. Αστείο, έτσι; Ναι. Ειδικά όταν συνειδητοποιείς, πως ό,τι έμαθες και πιστεύεις και προσπαθείς να πετύχεις, είναι ένα ακόμη ευχάριστο σκετς στο Αλ Τσαντίρι ή το Ράδιο Αρβύλα… Είναι, όντως, γλαφυρό να χρειάζεται να επιχειρηματολογήσεις για την αναγκαιότητα εφαρμογής επιστημονικά τεκμηριωμένων προγραμμάτων πρόληψης της υγείας στον πληθυσμό και να σε κοιτάνε σαν το κοροϊδάκι της δεσποινίδος.  Είναι πραγματικά υπέροχο, να αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει θέση για σένα στο Ε.Σ.Υ. γιατί απλώς δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο στη μεταμοντέρνα κατάσταση της Ελλάδας, στο Εθνικό Σύστημα Ασθένειας, στο μαγαζάκι που στήθηκε αλλιώς και μεγάλωσε αλλιώτικα, στο μετά Δ.Ν.Τ. πανηγύρι όπου ο καθένας θα κοιτάει να μην του τη φορέσουν και θα βυθίζεται ολοένα περισσότερο στη κινούμενη άμμο της φοβισμένης ύπαρξης που κουβαλά.

Και επιστρέφουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, την καρδιά τους σκότους. Το εντός βλέμμα, που παγώνει τα σωθικά και ρουφάει τον αέρα από τα πνευμόνια. Το σκοτάδι του φόβου, που απλώνεται τριγύρω και σε αγκαλιάζει τρυφερά, κλείνοντας στα δάκτυλά του όνειρα, προσδοκίες και απλές, ανθρώπινες επιθυμίες… λίγο λίγο, μέρα μέρα, πώς έφτασα εδώ; Και σωπαίνουν όλες οι φωνές που κάποτε ηχούσαν στο κεφάλι σου και τώρα ακούς μόνο την αγωνία από τα δελτία ειδήσεων, το θυμό στις στάσεις των λεωφορείων, το τέλος του μήνα που πλέον έρχεται λίγες μέρες νωρίτερα. Ο χρόνος, πράγματι, συστέλλεται, διαστέλλεται και πολλά άλλα, που στριμώχνονται μπροστά σου, καθώς σκύβεις το κεφάλι παραδομένος.

Πού είναι τώρα η φωνή της λογικής, του ανθρώπου που 400 χρόνια πριν έλεγε, σε πείσμα των άλλων, ‘… και όμως γυρίζει’;

Πού είναι τώρα η φωνή της αλληλεγγύης, όταν χρειάστηκε να μοιραστείς ένα πιάτο φαΐ και την ίδια φέτα ψωμί;

Πού είναι τώρα η φωνή του θάρρους, καθώς στέκεσαι πίσω από τα κάγκελα την ώρα που οι ερπύστριες σχεδόν σε ακουμπάνε και γαντζώνεσαι λυσσασμένα σε ό,τι βρεις για να μην κάνεις βήμα πίσω;

Πού είναι τώρα η φωνή της αγάπης, η αγαπημένη σου φωνή, που ψιθυρίζει τρυφερά ότι όλα θα πάνε καλά;

Καθώς περνάει ο καιρός, δεν καταλαβαίνω πλέον τι συμβαίνει. Ξέρω όμως τι πρέπει να κάνω.

Turski Film (Start Making Sense)

Αφιερωμένο εξαιρετικά (σε όσους -τέτοιους καιρούς- ηθικολογούν από άμβωνος, βλ. πολιτικούς, δημοσιογράφους, ιερωμένους και λοιπούς)

Από το βιβλίου του John Grey «Αχυρένια Σκυλιά» Εκδ. οκτώ, 2008 (thanx fofino) [Και άλλος John Grey εδώ]

Κληρονομούμε την πεποίθηση -ή το πρόσχημα- ότι οι ηθκές αξίες έχουν προτεραιότητα σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα πολύτιμα πράγματα από διάφορες πηγές, κυρίως όμως από τον χριστιανισμό. Στη Βίβλο η ηθική είναι κάτι που προέρχεται πέραν του κόσμου: ορθό είναι αυτό που επιβάλλει ο Θεός, λάθος αυτό που απαγορεύει. Και η ηθική είναι σημαντικότερη από οτιδήποτε άλλο -τις υπέροχες πορσελάνες, φερ’ ειπείν, ή την ωραία εμφάνιση- επείδη τη στηρίζει το θέλημα του Θεού. Αν σφάλλετε -αν δηλαδή δεν υπακούτε το Θεό- θα τιμωρηθείτε. Οι ηθικές αρχές δεν είναι απλώς πρόχειροι κανόνες για να ζείτε καλά. Είναι επιταγές στις οποίες πρέπει να υπακούτε.

… Να μια αληθινή ιστορία. Ένας φρουρός βίασε ένα δεκαεξάχρονο κρατούμενεο σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γνωρίζοντας ότι κάθε κρατούμενος που εμφανιζόταν στην πρωινή επιθεώρηση χωρίς σκούφο πυροβολούνταν πάραυτα, ο φρουρός έκλεψε τον σκούφο του θύματος του. Άπαξ και τουφεκιζόταν το θύμα, ο βιασμός θα ήταν αδύνατον να αποκαλυφθεί. Ο κρατούμενος γνώριζε πως ο μόνος τρόπος ήταν βα βρει έναν σκούφο. Έτσι, έκλεψε τον σκούφο ενός άλλου συγκρατουμένου του, που κοιμόταν στο κρεβάτι του, και ο κρατούμενος αυτός έζησε για να αφηγθεί την ιστορία. Ο άλλος κρατούμενος τουφεκίστηκε.

Ο Roman Frister, ο κρατούμενος που έκλεψε τον σκούφο, περιγράφει το θάνατο του συγκρατουμένου του ως εξής:

Ο αξιωματικός και ο κάπο περπατούσαν ανάμεσα στις σειρές […] εγώ μετρούσα τα δευτερόλεπτα ενόσω εκείνοι μετρούσαν τους κρατούμενους. Ήθελα να τελειώνει. Είχαν φτάσει στη τέταρτη σειρά. Ο ασκεπής δεν ικέτευσε για τη ζωή του. Όλοι γνωρίζαμε τους κανόνες του παιχνιδιού, τόσο αυτοί που σκότωναν όσο και αυτοί που σκοτώνονταν. Τα λόγια ήταν περιττά. Ο πυροβολισμός ήχησε χωρίς προειδοποίηση. Ήταν ένας σύντομος, ξερός γδούπος δίχως ηχώ. Μια σφαίρα στο μυαλό. Πυροβολούσαν πάντα στο πίσω μέρος του κρανίου. Γινόταν πόλεμος. Τα πυρομαχικά  έπρεπε να χρησιμοποιούνται με φειδώ. Δεν ήθελα να ξέρω ποιος ήταν. Ήμουν χαρούμενος που ήμουν ζωντανός.

Τι λέει η ηθική σχετικά με το τι όφειλε να κάνει ο νεαρός κρατούμενος; Λέει ότι η ανθρώπινη ζωή δεν έχει τίμημα. Πολύ ωραία. Μήπως θα έπρεπε λοιπόν να συγκατατεθεί και να χάσει τη ζωή του; Ή μήπως το ότι η ζωή είνα ανεκτίμητη σημαίνει πως ήταν δικαιολογημένος να κάνει οτιδήποτε για να σωθεί; Η ηθική υποτίθεται πως είναι οικουμενική και κατηγορική. Όμως η ιστορία του Roman Frister διδάσκει πως η ηθική είνα μια διευκόλυνση στην οποία βασιζόμαστε σε ομαλούς καιρούς.