Posts tagged ‘ταυτότητα’

Ground Zero (Ισόγειο)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι καλά όταν οι κύκλοι κλείνουν. Όταν τα χέρια αγγίζονται και πλέκουν τα δάκτυλα δεσμούς και υποσχέσεις. Οι αγκαλιές επιτέλους χωράνε τους άλλους και η συμφωνία συνομολογείται με τρυφερά κτυπήματα στη πλάτη. Τα μάτια, πίσω από τα μαντήλια, γελάνε σαν για πάντα και επιλέγεις να ακολουθήσεις, όσο σε κρατάνε τα πόδια σου, αυτό το χορό στο χώρο και το χρόνο. Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε, όλα θα, όλα

Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι θύλακες εμπιστοσύνης.

Σχέσεις όπου αισθανόμαστε ασφάλεια, αυτοεκτίμηση και αποδοχή.

Διαδικασίες όπου μπορούμε να μάθουμε από αυτές, να κάνουμε λάθος και να το παραδεχτούμε, να ζητήσουμε τα ρέστα και να τα πάρουμε, να διαπραγματευτούμε το μέλλον.

Αυτά τα σημεία ανάσχεσης για τη ηλιθιότητα, την αγνωμοσύνη, την αγένεια, την απάθεια, την ανασφάλεια, το φόβο, την κοροϊδία, το δήθεν και την υποταγή, οφείλουμε να τα ψάχνουμε παντού και να τα δημιουργούμε επίσης.

Χρειάζεται ΕΜΕΙΣ να γίνουμε οι μήτρες αυτών των σχέσεων εμπιστοσύνης, διαρκώς, ανελλιπώς και αδίστακτα.

Χρειάζεται ΕΜΕΙΣ να επιλέγουμε αυτά τα πεδία πραγματικής αλληλεγγύης, ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ουσιαστικής επαφής.

Σε αυτόν τον ιδιότυπο πόλεμο -δίχως προφανείς εχθρούς ή εμφανείς απώλειες (προς το παρόν τουλάχιστον)- ΕΜΕΙΣ είμαστε τα όπλα και το χέρι που τα χρησιμοποιεί.

Δημιουργώντας αυτό το Δίκτυο Εμπιστοσύνης, θα πορευτούμε μεγαλώνοντας μέσα σε χέρσα γη και άνυδρους τόπους. Γιατί αυτό είναι το διακύβευμα: Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και την αποδοχή, ενάντια στην επιβολή ισχύος που σου δίνει η θέση, η ηλικία, το φύλο, η γνώση κ.ο.κ..

Χρειάζεται να μάθουμε να μιλάμε ξανά τη γλώσσα της ειλικρίνειας και της ανθρωπιάς και να την χρησιμοποιούμε συνεχώς και με κάθε κόστος.

Αυτοί οι θύλακες εμπιστοσύνης θα αποκτήσουν δύναμη, με τον καιρό, και οι πόλεις της εκμετάλλευσης σιγά σιγά θα εκλείψουν, καθώς κανείς δεν θα τις επισκέπτεται.

Μάθε να ζεις και να αναπνέεις με αυτό τον τρόπο.

Είναι ο μοναδικός τρόπος.

Nature Boy (Alopecia Universalis Pt2/ Καθολική Αλωπεκία Μέρος 2)(-1)

Θυμάμαι

περπατούσα ένα βροχερό μεσημέρι, μετά το διάλειμμα, για την τάξη -Α΄ Γυμνασίου, κάπου 30 χρόνια πριν- όταν κάποιος που ερχόταν πίσω μου είπε: «ρε Δημήτρη, τι είναι αυτές οι τρίχες στο γιακά από το παλτό σου;» Κοιτώντας το μαύρο γιακά του Montgomery, διαπίστωσα ότι είναι γεμάτος ξανθές τρίχες και πάγωσα. Άρπαξα με το χέρι μια τούφα από τα μαλλιά, τα τράβηξα και έμειναν όλα ανάμεσα στα δάκτυλά μου. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις, πραγματικά, ότι κάτι δεν πάει καλά.

Αργότερα, στο σπίτι, θα ξεκινούσε ο ανήφορος των ατελείωτων επισκέψεων σε γιατρούς εντός και εκτός Ελλάδας, που θα κρατούσε για μία εξαετία, όταν και θα αποφάσιζα ότι δεν έχει νόημα να συνεχίζω στο μονοπάτι της θεραπείας.

Και ποιας θεραπείας, άλλωστε;

Πρώτη και καλύτερη η κορτιζόνη μαζί με valium (13 χρονών, τότε, και βασική αιτία για τη νόσο θεωρείτο το άγχος). Σύντομα τη διέκοψα, για να πάμε σε πιο παραδοσιακές μορφές αντιμετώπισης: χωριανός από την Πτολεμαϊδα, με πολυετή εμπειρία στην θεραπεία παρόμοιων περιπτώσεων (…) ήρθε ένα απόγευμα στο σπίτι, άνοιξε τη τσάντα του, έβγαλε από μέσα ένα ξυράφι, κάτι κρεμμύδια και διάφορα άλλα προϊόντα, τα οποία ανακάτεψε σε ένα γουδί, πήρε το ξυραφάκι και έκανε μικρές χαραγματιές στο άδειο από τρίχες, πλέον, κρανίο, έβαλε οινόπνευμα από επάνω, για να μην μολυνθεί (…) και μετά άπλωσε την πηχτή πάστα που είχε φτιάξει (η οποία μύριζε ελαφρώς κρεμμύδι) και μας τόνισε ότι πρέπει να μείνω με αυτό το πράγμα στο κεφάλι τουλάχιστον για ένα πεντάωρο.

Κατόπιν, και καθώς η ελληνική επικράτεια δε προσέφερε πλέον σοβαρές εναλλακτικές λύσεις για την περίπτωσή μου, στραφήκαμε στο εξωτερικό. Πρώτα στο Στρασβούργο -πρωτοπόρα τεχνική όπου εάν δεν καταστραφεί ο ιστός (το δέρμα δηλαδή), τότε σίγουρα θα φυτρώσουν τρίχες- και μετά στην όμορφη Σόφια, όπου πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικός αριθμός επισκέψεων, με την κατάθεση ανάλογης ποσότητας συναλλάγματος  αντιστρόφως ανάλογης με τα αποτελέσματα στο τριχωτό της κεφαλής. Τέλος, και καθώς η εφηβεία μου έπαιρνε την άγουσα για τα αποδυτήρια, στράφηκα σε πιο ορθόδοξες λύσεις, εδώ στην Αθήνα, όπου για λίγο κάτι φάνηκε να κινείται: λίγες τρίχες στα φρύδια, στο πίσω μέρος του κεφαλιού, στο βραχίονα… Και αυτό ήταν. Γρήγορα όλα ήταν όπως πριν -όπως πάντα- και χρειάστηκε να διαχειριστώ επιπλέον την ήττα της αποτυχημένης θεραπείας. Για άλλη μια φορά.

Ναι.

Θυμάμαι

επίσης την αγωνία της οικογένειάς μου -κάθε φορά που περιμέναμε στον προθάλαμο κάποιου ιατρείου ή όταν γυρνούσα σιωπηλός στο σπίτι και κλειδωνόμουν στο δωμάτιό μου, ελάχιστες επαφές και αυτές μέσα στην απόσυρση και τον θυμό- τη δυσκολία να διαχειριστούν το φόβο, την απογοήτευση και τις ενοχές και όλα αυτά καθώς η ζωή κυλούσε απαιτώντας συνέπεια στην εργασία, στις σχέσεις και στην τήρηση υποσχέσεων και δεσμεύσεων παντός είδους και σπουδαιότητας. Νομίζω ότι τα κατάφεραν καλά, δεδομένων των συνθηκών.

Και μετά

Θυμάμαι

τους φίλους. Εάν και η μεγαλύτερη αγωνία μου έως τα είκοσι, ήταν το γεγονός να μη πέσει, από το κεφάλι, η περούκα που φορούσα διαρκώς εκτός σπιτιού -και στο σπίτι, φυσικά, όταν έρχονταν ξένοι ή συγγενείς δευτέρου βαθμού- με τους φίλους φαινόταν να μη με νοιάζει τίποτα: ποδόσφαιρο και μπάσκετ, χαβαλές, τσιγάρο και πολλή μουσική. Ένας σταθερός κύκλος ανθρώπων (ο Χρήστος, ο Αντρέας, ο άλλος Χρήστος, ο Άρης, οι φιλίες του καλοκαιριού και πάει λέγοντας) που δρούσε προστατευτικά γύρω μου, σαν ένα αόρατο, μεταξένιο ρούχο, που με κρατούσε ζεστό όταν χρειαζόταν και με δρόσιζε όταν υπήρχε ανάγκη.  Και, φυσικά, οι πρώτες αγάπες, αγκαλιές σε παρκάκια, φιλιά στη γωνία, άγουρα σώματα που ζητούσαν τρυφερότητα και επιβεβαίωση.

Ακόμη

Θυμάμαι

τα πλαϊνά βλέμματα στο λεωφορείο, τότε και αργότερα, όταν έβγαλα τη περούκα, και το γυμνό κεφάλι μαγνήτιζε τις ματιές των ανθρώπων και υποχρέωνε τα μικρά παιδιά σε παρατηρήσεις του τύπου: μαμά, γιατί αυτός ο κύριος δεν έχει μαλλιά; Τα πνιχτά γέλια, καθώς περνούσα δίπλα από παρέες νέων στο δρόμο και η βουβαμάρα, που μερικές φορές έπεφτε στο δωμάτιο, όταν με συναντούσε κάποιος για πρώτη φορά. Τότε, βέβαια, οι άνθρωποι ήταν περήφανοι για τους διαφορετικούς τρόπους χτενίσματος που μπορούσαν να κάνουν και το καραφλό κεφάλι ήταν, ακόμη, μία εκτροπή και ιδιαιτερότητα. Τα πράγματα, βέβαια, άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου… Ξεκίνησα το Πανεπιστήμιο φορώντας περούκα και στο δεύτερο έτος την είχα βγάλει. Η ανακούφιση -συνυφασμένη με λίγη περιέργεια και θαυμασμό, είναι αλήθεια- συμφοιτητών και δασκάλων ήταν εμφανής στα πρόσωπά τους, με άμεση επίδραση και στην δική μου αγωνία, που εκμηδενίστηκε ταχύτατα.

Όμως, όλα αυτά είναι μνήμες.

Bits & pieces, θραύσματα γεγονότων, ένας φτιαχτός κόσμος, στον οποίο ζω και, όποτε μου το ζητάνε, τον εκθέτω -σε δόσεις, βεβαίως βεβαίως- έτσι ώστε να γίνω γνώριμος, οικείος, κατανοητός, αποδεκτός, ενσωματωμένος, κάπως, τέλος πάντων, ώστε εσύ να καταφέρεις να φτιάξεις όποια σχέση μπορεί να χρειάζεται, μαζί μου. Και, προφανώς, είναι ένας φανταστικός κόσμος γεμάτος βιαστικά συμπεράσματα, λανθασμένες παρατηρήσεις, επικαλύψεις και φτιασιδώματα, μυθικές φιγούρες και Βατερλό, αξέχαστα (;) στιγμιότυπα και ηθελημένες αμνησίες

+

την πάροδο του χρόνου, που στρογγυλεύει τα πάντα, όπως ο αέρας της θάλασσας τα οξύαιχμα βράχια, και χαρίζει ευχάριστο ύπνο, με ολίγη από αυταρέσκεια.

Η καθολική αλωπεκία, όπως θα έχετε διαβάσει στο πρώτο μέρος, είναι μία κατάσταση του σώματος, η οποία επηρεάζει διάφορα όργανα, κυρίως όμως τις τρίχες, οι οποίες σταματούν να φυτρώνουν και όταν φυτρώνουν, είναι αδύναμες και εγκαταλείπουν το σώμα γοργά. Εννοείται ότι δεν απειλείται η ζωή, δεν υφίσταται θέμα αναπηρίας (βάδιση, όραση κλπ) και, διάολε, μπορεί να είσαι και στη μόδα, για όσο καιρό κρατήσει αυτή η σαχλαμάρα που λέγεται μόδα… Βρίσκεται, μάλλον, στα σύνορα υγείας και αρρώστιας, τουλάχιστον όπως έχουμε συνηθίσει να ορίζουμε τα πράματα, και λιγότερο στο πεδίο των χρόνιων νοσημάτων, που απαιτούν διαρκή φροντίδα και προσοχή. Ναι, επιβαρύνει την οικογένεια, ναι ρίχνει αυτό που ονομάζουμε ψυχική διάθεση του ατόμου και, βέβαια, αποτελεί αναμέτρηση με στερεότυπα και αναπαραστάσεις, σε σχέση με την εμφάνιση και άλλα ωραία, των ανθρώπων.

Αλλά εδώ μιλάμε για μένα. Ή μάλλον, εγώ μπορώ να μιλήσω μόνο για αυτό που αντιλαμβάνομαι. Έτσι, είναι κάποιος καιρός τώρα, που νιώθω ότι από εκείνη τη πρώτη ημέρα στο σχολείο έως και πολύ πρόσφατα, η ύπαρξή μου καλύπτεται από ένα λεπτό στρώμα πάγου. Ένα παγωμένο ρούχο, που αγγίζει όλο το σώμα, αφήνει την καρδιά να αναπνέει, αλλά δεν επιτρέπει πολλά πολλά με το περιβάλλον.  Δεν υπάρχουν μυστικά, κάποιος άγνωστος εσωτερικός κόσμος, ένα ευαίσθητο πλάσμα κρυμμένο πίσω από μία μάσκα ή έναν ρόλο. Απλώς, μία κρούστα παγωμένου υγρού, επιτρέπει να αντικρίζω τον κόσμο ασφαλώς, από μικρή απόσταση, γλιτώνοντας δυσάρεστες συνευρέσεις, μη φθάνοντας όμως, ποτέ, στον πυρήνα των πραγμάτων. Που δεν είναι άλλος από την ειλικρινή και άνευ όρων συνύπαρξη. Και νιώθω, ότι όλα τα χρόνια θέλω να λιώσει αυτό το ρούχο, να είμαι ολόκληρος, αληθινός και αυθεντικός. Αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ να είμαι πλήρης, γιατί ένα κομμάτι από το σώμα μου, λείπει. Έτσι αντιλαμβάνομαι ότι έχουν τα πράματα. Και τότε θυμάμαι, ξανά, όλα όσα αφηγήθηκα πριν, όμως μοιάζουν λιγάκι διαφορετικά τώρα.

Η τούφα στα δάχτυλα, μυρίζει φόβο. Οι επισκέψεις στους γιατρούς θρήνο, καθώς κανείς ποτέ δε ρώτησε και είπε τίποτε ουσιαστικό και αληθινό. Η οικογένεια, ένα σύστημα σε κρίση, που προσπαθεί να ισορροπήσει δίχως βοήθεια και γνώση. Οι φίλοι σωπαίνουν, αποφεύγοντας να ξεστομίσουν απαγορευμένες λέξεις που θα πληγώσουν ή θα με φέρουν σε δύσκολη θέση. Ο έρωτας, πρέπει να είναι ψυχοθεραπεία. Οι άνθρωποι φοβούνται να με κοιτάξουν στα μάτια γιατί δεν καταλαβαίνουν ή γιατί τρομάζουν στη σκέψη ότι μπορεί να συμβεί κάτι παρόμοιο και σε αυτούς (είναι χαρακτηριστική η κίνηση, των περισσότερων, να χαϊδεύουν ασυναίσθητα τα μαλλιά τους, λίγο μετά που με έχουν κοιτάξει). Και, φυσικά, μόνο τα παιδιά λένε την αλήθεια. Όσο, ακόμη, το μυαλό τους δεν έχει γεμίσει -από τη μαμά, το μπαμπά και τους παππούδες- με τρομακτικές φιγούρες αποτρόπαιων υπάρξεων (μετανάστες, ανάπηροι, μακρυμάλληδες ή καραφλοί κλπ), που θα μάθουν, όταν μεγαλώσουν, να τις αποφεύγουν ή να τις σαπίζουν στο ξύλο.

Καταλαβαίνω ότι αυτό που με σημάδεψε δεν  είναι κάποια αρρώστια αλλά οι σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω μου. Όλα όσα ειπώθηκαν και όλα όσα αποσιωπήθηκαν. Είναι τόσο ξεκάθαρο, στη περίπτωση της αλωπεκίας, ώστε δεν έχει νόημα η παραδοσιακή θεραπεία, αν το σκεφτείς. Καθώς κοιτάζεις το γυμνό κορμί στο καθρέφτη, άδειο από κάθε τύπου τριχοφυΐα, σκέφτεσαι πώς θα ενταχθείς σε ό,τι συμβαίνει εκεί έξω. Ακούς τις ερωτήσεις πριν ακόμη γίνουν, παρατηρείς αδιόρατες κινήσεις των μελών του σώματος (πλέξιμο δακτύλων, δίπλωμα ποδιών, σφίξιμο στα χείλια), προσέχεις… διαρκώς σε επαγρύπνηση μη τυχόν και διέφυγε κάτι. Η απουσία πόνου, πυρετού, κακουχίας ή άλλης αδυναμίας αφήνει χώρο [ή μήπως αυτός είναι ο μοναδικός χώρος;] για το αντάμωμα των βλεμμάτων, τις συναντήσεις των λέξεων και των αγγιγμάτων. Εκεί που επιβεβαιώνεται η ισχύς των πραγμάτων. Φυσικά, έχουμε μάθει να βλέπουμε τη νόσο (την παρέκκλιση δηλαδή από το αναμενόμενο) ως προσωπική και μοναχική υπόθεση. Πρέπει να τα καταφέρεις. Προσπάθησε να το αντιμετωπίσεις. Μη σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι. Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα. Ποιος προσπαθεί να πείσει ποιον, αναρωτιέμαι. Το ταξίδι της αρρώστιας είναι κοινό: απλώς ο ένας εμφανίζει τα συμπτώματα.

Αποστρέφοντας, λοιπόν, το βλέμμα από τον κόσμο του Άλλου, χάνουμε την ευκαιρία να τον γιατρέψουμε. Γιατί ο τρόπος που σε βλέπω σε προσδιορίζει και ο τρόπος που με βλέπεις με καθορίζει. Σε ένα υπαρξιακό -και ποιος ξέρει, σε βιολογικό ίσως-  επίπεδο μπορούμε να γίνουμε οι θεραπευτές των άλλων. Κοιτώντας πέρα από τα συμπτώματα και τα σημάδια, μέσα στο σώμα που βιώνει πόνο, κούραση και περιθωριοποίηση. Κάπου εκεί, έτσι και αλλιώς, συν-υπάρχουμε.

Στο ταξίδι για τη θεραπεία του καρκίνου, κάποια στιγμή μπορεί να βρεθείς -εκτός των άλλων- δίχως μαλλιά, παρενέργεια των φαρμάκων και της ακτινοβολίας. Και μάλιστα, η εικόνα που έχουμε για τον/ την καρκινοπαθή, είναι ενός ανθρώπου αποστεωμένου, στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, τρυπημένου από χιλιάδες βελόνες, με σωληνάκια να πηγαινοέρχονται στο σώμα του και το κεφάλι γυμνό ή με ένα σκουφάκι ή με μία άχαρη περούκα να καλύπτει… ΤΙ; Το γεγονός ότι και δεν πάει καλά; Το γεγονός ότι είμαι εδώ, σε αυτό τον κόσμο, αλλά δεν ξέρω για πόσο ακόμη; Να προλάβει τις αμήχανες σιωπές όταν όλοι καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα είναι δύσκολα; Γιατί να το κρύβουμε; Είναι τόσο απεχθής η εικόνα ενός άντρα ή μιας γυναίκας δίχως μαλλιά, αλλά με καρκίνο(!), που κάπως χρειάζεται να αποσιωπηθεί το προφανές…; Ή, μήπως, κρύβοντας το γυμνό κεφάλι, σκουπίζουμε τις σκόνες και τον καρκίνο, κάτω από το χαλί της φυσιολογικότητας;

Ένας αγαπημένος ξάδερφος βρίσκεται αυτές τις μέρες σε ένα τέτοιο κρεβάτι και αλήθεια δεν γνωρίζω εάν θα τα καταφέρει. Ξέρω ότι όταν ήμουν 15 χρονών, μου έδωσε το XL Honda 175 που είχε τότε, για να κάνω τη πρώτη μου βόλτα με μηχανή. Ξέρω, επίσης, ότι μου είχε δώσει να ακούσω πρώτη φορά το Aqualung των Jethro Tull. Ξέρω και θυμάμαι πολλά ακόμη και ας έχουμε να συναντηθούμε χρόνια. Και δεν γνωρίζω εάν θα τον δω, ξανά.  Οι σκέψεις μου όμως είναι μαζί του και ας ακούγεται κλισέ. Τα τελευταία 6 χρόνια έχω χάσει από τη ζωή μου, μαζί με τον πατέρα μου, 5 αγαπητούς ανθρώπους και φοβάμαι ότι έπονται κι άλλοι.

Έτσι, όταν κάποιες μητέρες με ρωτούν ποια είναι η θεραπεία για την αλωπεκία και τι μπορούν να κάνουν για το παιδί τους και εάν θα ήθελα να το συναντήσω, απαντώ ότι η πραγματική θεραπεία για την αλωπεκία είναι η αποδοχή κα η αγάπη. Τουλάχιστον αυτό ήταν αρκετό για να λιώσει ο δικός μου πάγος. Το μάθημα -μέσα από το πάθημα- ότι το σημαντικότερο πράγμα που έχεις να μάθεις είναι να αγαπάς… και να σε αγαπάνε.

Nature Boy indeed.

Οι πρώτες νιφάδες του Καλοκαιριού*(-2)

Μερικές φορές το βάρος του αναπόφευκτου μοιράζεται ανάμεσα στα δάκτυλα και τα μαγκώνει, όπως η τανάλια το σκουριασμένο καρφί στον φρεσκοβαμένο τοίχο. Η συνεύρεση με τις αφόρητες σκέψεις, που φτερουγίζουν στο κεφάλι σαν τα αιχμάλωτα αγριοπούλια στο κλουβί, θυμίζει μεσημεριανή σιέστα σε καλοκαιρινές διακοπές: ιδρώτας και προσμονή. Η νέα μου ζωή θνήσκει. Ταχύτερα από την προηγούμενη. Και εκεί που κάποτε περπατούσε το αύριο, απλώνεται τώρα το σκοτάδι των επιθυμιών. Ένας πίνακας που μουλιάζει στα βλακώδη χωρατά και τις άστοχες παρατηρήσεις. Μια περασμένη ώρα, στις τόσες των ανθρώπων τις ώρες.

Με τρομάζουν πια οι αριθμοί. Έχω ντυθεί πράξεις επί πράξεων, αφαίρεση τιμής, πρόσθεση λύπης, διαίρεση χρόνου, πολλαπλασιασμούς αϋπνίας. Τα σύμβολα, όπως τα απαγγέλει το στόμα σου, χτυπάνε στο μεδούλι. Εισχωρεί το δέρμα σε άλλο δέρμα, μακρυά από τις φωτισμένες πλατείες, συρράπτονται οι άκρες των δακτύλων σε αμήχανους στροβιλισμούς, άμουσους και αυθεντικούς. Βήματα παράξενα σε φέρανε κοντά μου, καθώς πλησίαζα το πρόσωπό σου. Έχω αλλάξει στρατόπεδο, πληρώνοντας το τίμημα σε σιωπές και απάθεια.

Όπως περνάει ο καιρός, νομίζω ότι το στοίχημα είναι να μείνουμε άνθρωποι. Από μακρυά, όλα μοιάζουν άσκοπα, συμφωνημένα, επαναλαμβανόμενα, θλιβερά, ανήθικα, προσβλητικά, προκλητικά, πολλά και άλλα που μιλάνε για ακάλυπτες προσδοκίες σε καιρούς μετάβασης και έλλειψης κρίσης. Εργάζομαι δυόμιση χρόνια, τώρα, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, μετά από 18 χρόνια ελεύθερο επάγγελμα. Μαθαίνω να διαβάζω τον κώδικα, να ανγνωρίζω την ιεραρχία, να διαχειρίζομαι τα περιστατικά, να υπολογίζω τις χαμένες ευκαιρίες, να διακρίνω τους παράνομους δεσμούς, να υπάρχω εντέλει εκεί που μαζεύεται ο πόνος των ανθρώπων,  σε διαγνωστικές εξετάσεις και συμπτώματα. Και να, μια φωνή, στο στενό σου το κεφάλι, αρχίζει να λέει ότι όλοι τα παίρνουν, οι φαρμακάδες κάνουν γλέντι, ο κοσμάκης διπλοπληρώνει, οι γιατροί πλουτίζουν με φακελάκια και δώρα από ανήμπορους μεροκαματιάρηδες, οι προμήθειες, οι λοβητούρες, τα μαύρα, οι κακοί υπάλληλοι, οι ανάλγητες κυρίες πίσω από τον γκισέ, το εισιτήριο στα εξωτερικά ιατρεία, οι μετανάστες που ψάχνουν ευκαιρία να γίνουν καλά στις εφημερίες και τόσα ασυνάρτητα και μη, ψεύδη και αλήθειες που, σαν τούβλα και λάσπη μαζί, χτίζουν οίκους ανοχής και παλάτια στο στενό σου το κεφάλι.

Όσο με αφορά, τα ταξίδια που ονειρεύτηκα δε πρόκειται να πραγματοποιηθούν μέσα σε τούτο το καράβι. Έχει άλλη ρότα και κατευθύνεται σε άλλες θάλασσες. Με λίγο κόπο, ίσως καταφέρω να χαρώ τα ρεύματα και τους ανέμους που μας ταξιδεύουν σε παράξενους τόπους

Οι συνταξιδιώτες, όμως, αποτελούν πραγματική έκπληξη! Όλοι, μα όλοι, φτιάχνουμε την ψυχή του χώρου που εργαζόμαστε και το κάνουμε φυσικά, αδίστακτα και αμετάκλητα. Οι καλημέρες, τα κεράσματα, τα πειράγματα και οι τσαντίλες, τα χαμόγελα, οι ανοησίες, η αγωνία και η απογοήτευση, κάθε λέξη όλες τις ώρες που υπάρχουμε στο χώρο της εργασίας, είναι η άλλη όψη του κόσμου που χτίζουμε στη μικρή μικρή ζωή μας. Οι αθόρυβες ιστορίες εργασιακής τρέλλας.  Ένα σύμπαν που μετέχουμε όλοι, τελικά, σε κάθε περιβάλλον που συνυπάρχουμε και που είναι η καθημερινή μας τροφή για τον Κόσμο. Άλλες φορές πικρή ή άγευστη και άλλες γλυκιά και εθιστική. Και όταν λέω εμείς εννοώ όλους: ιατρικό, νοσηλευτικό, διοικητικό προσωπικό, τα άτομα που εργάζονται στη καθαριότητα και φυσικά οι επισκέπτες του σπιτιού: οι ασθενείς.

Στον αντίποδα, λοιπόν, μιας μίζερης πραγματικότητας που αρέσκεται στη λοιδωρία αλλήλων, στην έλλειψη ανάληψης προσωπικής ευθύνης και στο ξεπάστρεμα του Άλλου, η ζωή κινείται σε πραγματικούς ρυθμούς συμμετοχής και απόλαυσης, λιγότερο ενδιαφέροντες ίσως για τους τηλεοπτικούς δέκτες, υπέρ αρκετοί όμως για την επιβεβαίωση σημαντικών γνωρισμάτων του ανθρώπου: αλληλεγύη, συμπαράσταση και κατανόηση.

Εάν είναι έτσι, γιατί τότε αισθάνομαι τόσο χάλια;

Γιατί η αλλαγή είναι μία άβολη κατάσταση. Και νιώθω ότι οι ιστορίες που με κρατούσαν ζωντανό για πολλά και πολλά χρόνια,  μοιάζουν πια με το τραγούδι των Σειρήνων, που με έφερε εδώ μόνο και μόνο για να το αποφύγω. Ένα περίεργο φορτίο που έφτασε στον παραλήπτη του.

Νομίζω ότι έχω 2 κείμενα ακόμη να γράψω, η αλωπεκία περιμένει ένα χρόνο τώρα για να κλείσει τον κύκλο. Οπότε, μιλάμε.

Υ.Γ. Ο τίτλος του post είναι μία μαγική κουβέντα που είπε η Όλγα, ένα χρόνο πριν, στην Κατερίνη καθώς το καλοκαίρι φαινόταν να έρχεται προς το μέρος μας φορτωμένο με χωρισμούς,αποχωρισμούς, απώλειες και όλα αυτά τα ωραία και δυσάρεστα που αρέσουν στην Όλγα. Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, είναι μια μικρή ανταπόδωση για τις εξοντωτικές συζητήσεις στην εφημερία και τα άγαρμπα αστεία που σήμερα φαίνονται τόσο αρμονικά. Και φυσικά η Αθηνά, που ήταν η αιτία για πολλά από τα παραπάνω.

Bonus Playlist

1. Your Young Voice (King Creosote & Jon Hopkins)

2. Murmuring Mermaids (Lunz)

3. Mi Mujer (Nicolas Jaar)

4. Autumn Beasts (Parov Stelar)

5. If this hat is missing … (Get Well Soon)

6. Flametop Green (Daniel Lanois)

7. Opus 43 (Dustin O’Halloran)

8. Ljosio (Olafur Arnalds)

9. Floating/Sinking (Peter Broderick)

10. Take off your clothes when you dance (Frank Zappa)

Μουσική – Εκπαίδευση – Performing – Αλλαγή (-3)

Ο Zappa ηχογράφησε ένα -και μοναδικό, από όσο γνωρίζω- ερωτικό τραγούδι, το Directly From My Heart To You, το οποίο, παρεπιμπτόντως, δεν ήταν δική του σύνθεση. Επιπλέον, σαν να ήθελε να αποστασιοποιηθεί περισσότερο από το θέμα, επέλεξε το βιολί και τη φωνή του Don “Sugarcane” Harris να πρωταγωνιστούν από την αρχή έως το τέλος, φτιάχνοντας έτσι μία τρυφερά σκληρή ερωτική εξομολόγηση, σαν ένα χριστουγεννιάτικο μπισκότο βουτηγμένο σε ένα ποτήρι Jack Daniels.

Αυτά. Για αρχή.

Είναι περίεργο που τρεισήμισι χρόνια τώρα, επιθυμώ να γράψω για τα τρέχοντα, τα φλέγοντα και τα σημαντικά και καταλήγω να μονολογώ για τραγούδια και μουσικές που με συν-κινούν, με ταξιδεύουν και με κάνουν άνθρωπο. Όσο περνά ο καιρός και ο χρόνος, βρίσκω αξία στη σιωπή και νόημα στην αφαίρεση. Διαισθάνομαι ότι κάτι σημαντικό κρύβεται πίσω από τις εμμονές και τα κολλήματά μου, μία άρρητη αλήθεια, ένα φευγαλέο κοίταγμα πέρα από τις αναπαραστάσεις των πραγμάτων, μέσα στη σπηλιά και τους πραγματικούς πρωταγωνιστές του Ζην και του Ζεν. Τα πράγματα μπήκαν στη θέση τους, όταν διάβασα τη συνέντευξη του Bruce Brubaker στο New York Pianist (15/12/2008). Εκεί, ο εξαίρετος πιανίστας, λέει μεταξύ άλλων:

«… Έχω μια θεωρία για την παλιά τριαδική σχέση μεταξύ συνθέτη, ερμηνευτή, ακροατή. Είναι πλέον παρελθόν και δεν πιστεύω ότι η ιδέα του συνθέτη ως δημιουργού, κάτι-σαν-θεϊκή-φιγούρα που παραδίδει τον νόμο (ή μάλλον ακριβέστερα παραδίδει την αρχή και το τέλος των πραγμάτων) δεν πιστεύω ότι έχει νόημα και ισχύ άλλο πια. Νομίζω ότι όλοι είμαστε συμμέτοχοι σε ένα είδος μουσικής εμπειρίας, το οποίο μπορεί να είναι κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο από όσους εμπλέκονται στη σχέση, και έτσι ήταν πάντοτε. Και είναι τώρα, στον σημερινό κόσμο, που κάτι τέτοιο γίνεται εμφανές, καθώς οι παλαιού τύπου Τέχνες -που ήταν τόσο δικτατορικές και εξουσιαστικές από την πλευρά του συνθέτη/δημιουργού/συγγραφέα- αυτού του τύπου η Τέχνη δεν είναι τόσο αποτελεσματική στη σημερινή κοινωνία.

… Ο (Philip) Glass έχει εξηγήσει τον τρόπο που εκτιμά ότι ένα έργο Τέχνης (γενικά, αλλά ας μιλήσουμε για τη μουσική τώρα), κάθε σύνθεση δεν έχει ολοκληρωθεί έως ότου κάποιος την  ακούσει και είναι η ηχητική πρόσληψη από τον ακροατή που ολοκληρώνει τη σύνθεση. Έτσι, πράγματι δεν είναι ένα τελειωμένο πράγμα και φυσικά αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ότι κάθε άτομο που το ακούει, και ας συμπεριλάβουμε αυτόν που το ερμηνεύει επίσης, καθένας που ακούει και καθένας που ερμηνεύει, αυτά τα άτομα ολοκληρώνουν το έργο με διαφορετικό τρόπο και το ολοκληρώνουν διαφορετικά σε διαφορετικές συνθήκες.

… Ξέρεις, υπάρχουν αυτές οι σχολές στο θέατρο, τύπου Στανισλάφσκι, με ηθοποιούς όπως ο Brando και ο Clint Eastwood, οι οποίοι δεν επαναλαμβάνονται κατά τη διάρκεια της πρόβας. Αυτοί οι τύποι δεν προβάρουν τα λόγια τους, ξέρεις τώρα, ‘Make my day; Make my day’. Δεν το κάνουν αυτό. Νομίζω ότι όλη η ιστορία είναι να βρεις κάποιου τύπου εσωτερική, θα τολμούσα να πω, Αλήθεια και εάν μπορέσεις και επιστρέψεις σε αυτό το σημείο, κάθε φορά που θα πηγαίνεις εκεί και θα δίνεις την ερμηνεία σου, οι ξεχωριστές λεπτομέρειες  θα διαφέρουν. Το μόνο πράγμα που θα μένει σταθερό θα είναι το μέρος από όπου επανέρχεσαι.

… Είχα παίξει ένα ακόμη μουσικό έργο του (John) Cage, τότε, έργο μουσικής δωματίου και ήταν ένα από εκείνα που είχε γράψει με χοντρό μολύβι ή μάλλον βούρτσα, και πολλές νότες ήταν επίτηδες ασαφείς. Το προσπάθησα λοιπόν, ήμουν και αρκετά νέος, πήγα και τον βρήκα και του λέω: ‘Κύριε Cage, τι νότα υποτίθεται ότι είναι αυτή;’ Δεν μπορούσα να το καταλάβω και αυτός είπε κάτι που, εκείνη την εποχή, με θύμωσε πάρα πολύ, αλλά έχει νόημα εάν το σκεφτείς λίγο παραπάνω. Είπε ‘Απλώς ακροάσου. Και μετά θα ξέρεις τι να κάνεις’

Αυτή η κουβέντα θα έπρεπε να βρίσκεται πάνω από την είσοδο κάθε μουσικού σχολείου! Είναι η πιο σημαντική συμβουλή που μπορείς να δώσεις σε ένα μουσικό και βέβαια, για μένα, ήταν πολύ εκνευριστικό τότε.  Ήθελα μόνο (απλώς) να μου πει ποια νότα ήταν αυτή που έπρεπε να παίξω.»

Περί αυτού πρόκειται: σε κάθε σεμινάριο, σε κάθε επίσκεψη σε Κοινότητα, σε κάθε ομιλία σε γονείς ή μαθητές, στην τάξη ή στο ιατρείο, λίγο πριν ξεκινήσουμε και καθώς αντικρίζω τα πρόσωπα που βρίσκονται γύρω μου, επιστρέφω όχι σε αυτά που πρέπει να πω αλλά  σε εκείνα που με έμαθαν πώς να δημιουργώ ένα τόπο συνάντησης και μάθησης από και με τους άλλους, πώς να ακούω εκείνα που λένε, όσα εννοούν και αυτά που δεν θέλουν να πουν και πώς να ταξιδεύω σε αυτά τα νερά, που κάθε φορά διαφέρουν στην ένταση και το ρυθμό, αλλά παραμένουν στην ουσία τα ίδια. Έτσι, ανεξάρτητα από το θέμα της συνάντησης (επικοινωνία και συγκρούσεις / σχέση γιατρού ασθενή / αυτοφροντίδα και χρήση ουσιών / φροντίδα της στοματικής υγείας των παιδιών / αγωγή στοματικής υγείας κλπ) και το αναγκαίο περιεχόμενο/παρτιτούρα/ρόλος που το χαρακτηρίζει (το οποίο μπορεί να κουβαλάω μαζί μου σε διαφάνειες), οδηγός μου είναι το πώς υπάρχω και όχι το πώς θα τα πω. Και αυτό, υποχρεωτικά, περιλαμβάνει και τους άλλους γύρω μου και τον τρόπο που αλληλοεπηρεαζόμαστε. Είναι δύσκολο να το εκφράσω, για αυτό έβαλα τον Bruce να τα πει.

Νομίζω ότι όλοι είμαστε performers, σχεδόν σε κάθε περίσταση και μάλιστα, πολλές φορές, αυτοσχεδιάζουμε. Είναι όμως η αυθεντικότητά μας (η οποία δεν γνωρίζω επακριβώς πώς αποκτάται) που χαρακτηρίζει τον τρόπο που υπάρχουμε και μας κάνει υποφερτούς και, εάν είμαστε τυχεροί, σημεία αναφοράς για τους άλλους.

Η ζωή, μάλλον, είναι αυτό το πείραμα-παιχνίδι που κάνει ο Bobby Mc Ferrin με το κοινό στο video που ακολουθεί.

Πόσο εύκολο είναι να δεχτείς όσα λέει ο Brian Eno  για το 77 Million Paintings και να τα μεταφέρεις στο πεδίο της εκπαίδευσης ή της υγείας, της πολιτικής και των σχέσεων σε τελική ανάλυση…;

Είναι δυνατόν να υπάρχουμε σε ένα ανοιχτό πλαίσιο, που αντέχει ερμηνείες και διαπιστώσεις αντιφατικές και, μερικές φορές, α-νόητες;  Από ό,τι φαίνεται εκεί υπάρχουμε και μέρος των δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε είναι η έλλειψη παραδοχής του γεγονότος.

Γράφει ο Seth Godin: Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν οργανισμό να αφομοιώσει νέες λέξεις/εκφράσεις από το να αλλάξει ουσιαστικά έστω και ένα πράγμα. Η πραγματική αλλαγή είναι μία άβολη κατάσταση. Εάν δεν υπάρχει αυτή η αίσθηση, τότε απλώς έχετε υιοθετήσει κάποιες νέες λέξεις.

Νομίζω ότι η μουσική του Eno, σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα, βουτώντας σε διαρκώς στο εναλλασσόμενο συνεχές της ζωής.

Υ.Γ. Δεν υπάρχουν φαντάσματα. Μόνο απώλεια.

… & a happy new year (-4)

Ο φίλος μου  ο Γιάννης, που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο Detroit, μου λέει ότι πλατειάζω. Έχει δίκιο.

Όλες αυτές οι συζητήσεις για την Κρίση, οι διαπιστώσεις για την καθημερινότητα, οι ερμηνείες για τα γεγονότα (το ξύλο, τις επιθέσεις, τις απεργίες, τις παλινωδίες, τις γελοιότητες …), οι Φωνές που στοιβάζονται, σαν τα δεμάτια από άχυρο, σε αποθήκες σκέψης, για μελλοντική χρήση. Φυσικά

δεν βγάζω άκρη. Και δεν καταλαβαίνω αυτούς, από όπου και αν έρχονται, που αισθάνονται βέβαιοι για το Ποιος φταίει, Ποια είναι η λύση, Πώς είναι και Πώς θα έπρεπε να είναι ο Κόσμος. Για αυτό και πλέον δεν δίνω σημασία. Άσε που πιστεύω ότι πάρα πολλοί είναι διαταραγμένοι: νομίζουν ότι είναι Μεσσίες, Σωτήρες, Σοφοί, Φωτεινοί Παντογνώστες, γεμάτοι αναλύσεις, λεπτομερείς καταγραφές γεγονότων σε κακογραμμένα τετράδια, αρχεία από εφημερίδες δεκαετιών, περιοδικά που και ο εκδότης τους προσπαθεί να τα ξεχάσει, όλα αυτά μαζί με το όραμα για έναν πιο Δίκαιο Κόσμο, μια ζωή ανάλαφρη, επιτέλους, με λιγότερες αγωνίες, με χαρούμενα πρωινά, με έναν σχεδόν χριστιανικό παράδεισο να περιμένει όλους μας στη γωνία Ακαδημίας και Ασκληπιού, εκεί στο πάρκο του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων.

Είναι όμως οι μέρες τέτοιες, που υποχρεωτικά μουρμουράμε μια ξεχωριστή μελωδία, ένα άλλο ρεφρέν, μάλλον της αποδοχής και λιγότερο της απόρριψης. Ένα τραγούδι της συγχώρεσης και, εάν μου επιτρέπεται, της αγάπης. Και αναρωτιέμαι: τι μας πιάνει κάθε τόσο και γιορτάζουμε την αγάπη; Τι μας φέρνει κοντά, όλους, σε οικογενειακά τραπέζια, σε φιλικές παρέες, σε αγκαλιές και χαμόγελα, να τρώμε και να ξανατρώμε και να πίνουμε και να καπνίζουμε και να χορεύουμε και όλα τούτα που τα μαθαίνουμε παντού, εκτός βέβαια του σχολείου;

Μάλλον, σκέφτομαι, αυτό είναι η φυσική μας κατάσταση ως Homo Sapiens-Amans. Είναι ένα βασικό, ίσως το πιο σημαντικό, χαρακτηριστικό του είδους μας. Η αγάπη. Όχι η χριστιανική αγάπη. Όχι μόνο αυτή, τέλος πάντων.

Μιλάω για το αίσθημα της ασφάλειας και εμπιστοσύνης, που βιώνει κάποιος όταν βρίσκεται ανάμεσα σε ανθρώπους που γνωρίζει, αγαπά, αποδέχεται και επιλέγει να υπάρχει μαζί τους. Εκείνη την δύναμη που πηγάζει από τη αγκαλιά των πατεράδων και των μανάδων, καθώς σε ντύνουν με ζεστά ρούχα λίγο πριν βγεις στο κρύο του Χειμώνα και σου λένε να προσέχεις, παρόλο που εσύ δεν τους ακούς. Τη χαλαρότητα που σε γεμίζει η αφήγηση ιστοριών με συγγενείς και φίλους, γύρω από κάποιο τραπέζι γεμάτο σπιτικά γλυκά και ζεστούς καφέδες, αυτές οι επαναλαμβανόμενες μήτρες ανθρωπιάς, που μας κάνουν αυτό που είμαστε και που όταν λείπουν… τότε σκοτεινιάζουμε, μικραίνουμε, γινόμαστε κάτι άλλο: απόκοσμο και κρύο.

Και το γιορτάζουμε, μάλλον, γιατί ξέρουμε ότι δεν είναι δεδομένο.

Γιατί, από εκεί που ήρθαμε και με τον ίδιο τρόπο, μπορεί να έρθει κάτι άλλο άγνωστο, ξένο και τελικά εχθρικό. Ένα νέο είδος, Homo Sapiens-Aggressans,  μια κάποια γενετική μετάλλαξη, δίχως την ικανότητα να φροντίζει, την λαχτάρα να αγκαλιάζει, την προσπάθεια να κατανοεί και να συν-αισθάνεται, την αδυναμία να υπάρχει μέσα από την ειλικρίνεια και την εμπιστοσύνη. Ένα πλάσμα -το παιδί μας;- που οι βασικές του ικανότητες θα είναι ο ελιγμός στις πιθανές παγίδες του αντιπάλου, η δημιουργία δεσμών και σχέσεων που βασίζονται στην εξυπηρέτηση  και την διευκόλυνση, η ταχεία και δυναμική ανταπόκριση σε άγριες εργασιακές συνθήκες, η έλλειψη αλτρουισμού και συμπόνιας για τον Άλλον, παρεκτός εάν είναι χρήσιμος στους στόχους και τις προσδοκίες.

Σκέφτομαι, ότι υπάρχουν ήδη πολλοί τέτοιοι τύποι. Και ίσως η αδυναμία να τους καταλάβω ξεκινά από αυτό ακριβώς το γεγονός: είναι ένα άλλο είδος, more or less :-). Παρατήρησε όλους αυτούς τους πολιτικούς και τους δημοσιογράφους, που ξεχειλίζουν ψέμα, είναι περήφανοι για το γεγονός ότι χειρίζονται με τόσο δημιουργικούς τρόπους το κοπάδι τους, χαμογελάνε και διαπιστώνεις ότι σου δείχνουν τα δόντια τους, μιλάνε και καταλαβαίνεις ότι χαϊδεύουν τα αυτιά σου, γιατί είναι ανίκανοι να υπάρξουν διαφορετικά. Ναι… Και άλλοι, πολλοί, που περπατάνε σε αυτόν τον μυστήριο δρόμο, επειδή φέρνει μια στιγμιαία ηδονή εξουσίας και δύναμης και μετά το αναζητάς ξανά και ξανά, σαν πρεζάκι, και στο τέλος γίνεται καθεστώς, γίνεται Πραγματικότητα, γίνεται κοινός τόπος και μετά δεν υπάρχει τίποτε άλλο.

Επί της ουσίας, εάν είναι να υπάρξει σύγκρουση, θα είναι μεταξύ αυτών των διαφορετικών τρόπων ύπαρξης. Το νέο είδος με το παλιό. Για φαντάσου…

Βέβαια, μέχρι τότε μπορούμε να είμαστε ακόμη άνθρωποι και να κάνουμε αυτό που ξέρουμε να κάνουμε καλύτερα: να χαιρόμαστε το σήμερα, κρυφοκλείνοντας το μάτι στο αύριο, χαμογελώντας στο χθες. Να κοιτάξουμε να προσέχουμε τον εαυτό και τους γύρω μας, καθώς η υγεία είναι πράγματι το εφόδιο για να είμαστε δημιουργικοί και  καλοσυνάτοι. Κουράγιο σε όσους ταλαιπωρούνται από κάποια ασθένεια και περνάνε, τούτες τις ημέρες, μέσα στην αγωνία και τον πόνο. Μακάρι η δοκιμασία να περάσει γρήγορα.

Με αυτά και με εκείνα, τελείωσε και το 10. Πάμε για το 11.

(Υ.Γ.1: Η ιδέα για την ιστορία με τον Homo Sapiens-Amans & Homo Sapiens-Aggressans, είναι από το βιβλίο του Humberto Maturana “The Origins of Humanness in the Biology of Love”

Υ.Γ.2: Λόγο για την αγάπη δεν έχουν μόνο οι Χριστιανοί όπως λόγο για την επανάσταση δεν έχουν μόνο οι Κομμουνιστές)

Because (.thoughts on a song.)

(Put on your earphones)

Μαγικό και ταξιδιάρικο τραγούδι από τους Beatles.

Τους εκτίμησα αρκετά μεγάλος, όταν μπόρεσα να χωρέσω στο κεφάλι μου τα μουσικά άλματα που κατάφεραν εκείνα τα χρόνια, σε εκείνη τη χώρα.

Γλυκειά μελωδία, σιροπιαστή όχι όμως λιγωτική. Θες να κοιτάξεις ψηλά, να περπατήσειςανάμεσα στα δέντρα και να χαμογελάς δίχως λόγο, η ανάσα του δάσους σε ακολουθεί και σου κρατάει συντροφιά σιωπηλά, προστατευτικά, τρυφερά, δίχως ανταλλάγματα.

Μετά όμως θυμήθηκα αυτό από τους Radiohead:

Νανούρισμα, σκοτεινό, όπως όλα τα καθώς πρέπει τραγουδάκια για παιδιά. Με αγάπη όμως και δεύτερες και τρίτες φωνές επίσης, ένα συνοδευτικό άρπισμα κιθάρας και απότομο κλείσιμο, αφού  το παιδί κοιμήθηκε ξαφνικά και απροειδοποίητα.

Αργότερα, στη κουζίνα καθώς ετοιμάζω ένα σάντουιτς με πιπεράτο καπνιστό ζαμπόν, τυρί, μουστάρδα σε φέτες μαύρο ψωμί, έρχεται στο μυαλό μου η εισαγωγή από το τραγούδι του Μούτση:

Όλα μοιάζουν, σκέφτομαι, και αντιγράφουμε ο ένας τον άλλον και όλοι μαζί τους Bealtes.

Αυτοί, όμως, ποιον αντέγραψαν; Ψάχνω και βρίσκω αυτό και αυτό. Η σύνθεση, η οποία αναλύεται στο δεύετρο link, είναι του Lennon, ο οποίος δολοφονήθηκε τέτοιες μέρες περίπου πριν από 30 χρόνια, και ο ίδιος είχε δηλώσει ότι εππηρεάστηκε από τη Σονάτα υπό το Σεληνόφως του Beethoven. WoW, λέω μέσα μου και πίνω μια γουλιά ακόμη κόκκινο κρασί.

Το οποίο τελειώνω, καθώς ακούω το συγκεκριμένο αριστούργημα.

Σκέφτομαι: πρέπει να είσαι βλαμμένος για να μην σου αρέσει η μουσική.

Τι μένει, μπροστά στα μάτια μου, τώρα που κλείνω το laptop κουρασμένος μα και χορτάτος;

Οι φίλοι, που με βαραίνουν καθώς δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.

 

 

 

 

 

 

Έτσι είν΄ η ζωή (Frank Sinatra)

Σε συνέχεια του προγούμενου…

That’s life, that’s what all the people say.
You’re riding high in April,
Shot down in May
But I know I’m gonna change that tune,
When I’m back on top, back on top in June.

I said that’s life, and as funny as it may seem
Some people get their kicks,
Stompin’ on a dream
But I don’t let it, let it get me down,
‘Cause this fine ol’ world it keeps spinning around

I’ve been a puppet, a pauper, a pirate,
A poet, a pawn and a king.
I’ve been up and down and over and out
And I know one thing:
Each time I find myself, flat on my face,
I pick myself up and get back in the race.

That’s life
I tell ya, I can’t deny it,
I thought of quitting baby,
But my heart just ain’t gonna buy it.
And if I didn’t think it was worth one single try,
I’d jump right on a big bird and then I’d fly

I’ve been a puppet, a pauper, a pirate,
A poet, a pawn and a king.
I’ve been up and down and over and out
And I know one thing:
Each time I find myself laying flat on my face,
I just pick myself up and get back in the race

That’s life
That’s life and I can’t deny it
Many times I thought of cutting out
But my heart won’t buy it
But if there’s nothing shakin’ come this here july
I’m gonna roll myself up in a big ball and die
My, My